ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αρμένιος, μετανάστης, φτωχός, πανάσχημος και κοντός – πολύ κοντός. Με ένα πολύ περίεργο όνομα: Σαχνούρ Βαχινάγκ Αζναβουριάν. Είχε όμως ταλέντο, τόσο ταλέντο. Και ίσως ήταν από τους πλέον ακούραστους εργάτες της Τέχνης και συγκεκριμένα του τραγουδιού. Τα μικρά κόκκινα τετράδιά του όλο και αυξάνονταν από τη στιγμή που μέσα στην Κατοχή (ήταν ήδη στο Παρίσι κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο), από ανάγκη αλλά και σωστό εμπορικό δαιμόνιο, κάθισε και έγραψε τα τραγούδια του. Τραγούδια που έγιναν παγκοσμίως γνωστά, με τον ίδιο -από εκεί που δεν είχε παρά τα απολύτως απαραίτητα- να γίνεται ένα από τα σύμβολα της Γαλλίας, διεθνούς φήμης τραγουδιστής, μοναδικός περφόρμερ (από τους πρώτους επί σκηνής), δίχως ποτέ (ποτέ όμως) να χάσει τις αξίες του: ο Σαρλ Αζναβούρ (όπως έγινε το όνομά του) έγραψε και ερμήνευσε πάνω από 1.200 τραγούδια σε δεκάδες γλώσσες (ακόμα και το «She» που έγινε γνωστό από την ταινία «Μια βραδιά στο Νότινγκ Χιλ», δικό του είναι), πούλησε περισσότερους από 180 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως, δικά του τραγούδια ερμήνευσαν οι Εντίθ Πιαφ, Ζιλιέτ Γκρεκό, Ζιλμπέρ Μπεκό κ.ά., έπαιξε σε περισσότερες από 80 ταινίες και ο ίδιος, παρά τη μεγαλειώδη επιτυχία του (όλη δική του, δουλεμένη σε κάθε της στάδιο) δεν σταμάτησε ποτέ να μάχεται για την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας από τους Τούρκους, ήταν ακτιβιστής υπέρ του περιβάλλοντος και δεινός επικριτής της Ακροδεξιάς και του Ζαν-Μαρί Λεπέν. Δεν ξέχασε ποτέ, βλέπεις, τι έζησε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία, όπου είχε αναπτύξει αγωνιστική δράση, ούτε τους συντρόφους του που σκοτώθηκαν σε κρεματόρια ή τουφεκίστηκαν από Γερμανούς ναζί. Εξάλλου, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του από τύχη γλίτωσαν (μαζί οι ίδιοι γλίτωσαν και αρκετούς Εβραίους, κρύβοντάς τους).

Δεν ήταν τυχαία η οικογένειά του, από την οποία δεν αποκόπηκε ποτέ, έχοντας πάντα τεράστιο σεβασμό προς τον πατέρα και τη μητέρα του και εξαιρετική σχέση με την αδερφή του, επίσης καλλιτέχνιδα. Ο πατέρας του, Μικαέλ Αζναβουριάν, ήταν βαρύτονος από την Τιφλίδα της Γεωργίας και η μητέρα του, Κναρ Μπαγκντασαριάν, ηθοποιός από τη Σμύρνη. Από τους γονείς του πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής και γνώρισε τις μεγάλες ποιητικές δημιουργίες του αρμένικου πολιτισμού. Εμφανιζόταν σε παραστάσεις βαριετέ ήδη από την ηλικία των 5 ετών και έμαθε από μόνος του να παίζει κιθάρα και αργότερα πιάνο. Σε ηλικία 12 ετών πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο στην ταινία του Μαρσέλ Νταρουά «La Guerre des gosses» («Ο πόλεμος των παιδιών»).

Γεννημένος στις 22 Μαΐου 1924, άρχισε να γίνεται κάπως γνωστός όταν, πολύ νέος ακόμα, μαζί με τον Πιέρ Ρος τραγουδούσαν σε καμπαρέ του Παρισιού. Ο Ρος έπαιζε πιάνο και ο Αζναβούρ τραγουδούσε, κυρίως δικά του τραγούδια. Καθοριστικό, ωστόσο, ρόλο στην αναγνώρισή του έπαιξε η γνωριμία του με την Εντίθ Πιαφ, η οποία τον θεωρούσε από τους σπουδαιότερους ανθρώπους του χώρου που είχε η Γαλλία. Και έτσι ήταν. Η ίδια τον συμβούλεψε να φτιάξει τη μύτη του (έως τότε τον αποκαλούσαν «Κουασιμόδο» οι κριτικοί της εποχής) και να γίνει σόλο τραγουδιστής.

Η συνέχεια δεν ήταν εύκολη. Το κατεστημένο των κριτικών στη Γαλλία δεν μπορούσε να δεχτεί έναν κοντό, άσχημο μετανάστη ως σοβαρό τραγουδιστή. Εως και ότι ήταν ανάπηρος έγραψαν (κάτι που φυσικά δεν ίσχυε) και διαρκώς δεχόταν δεκάδες επικριτικά και ρατσιστικά σχόλια για τη φυλετική και ταξική καταγωγή του. Το 1951, η εφημερίδα Le Monde έγραψε ότι «γράφει εξαιρετικά τραγούδια αλλά τα ερμηνεύει πολύ άσχημα». Ο ίδιος όμως ήξερε. Και δούλεψε πάρα πολύ σκληρά, ώς το τέλος της ζωής του. Σχεδόν λίγες μέρες πριν πεθάνει, σε ηλικία 94 ετών, έκανε συναυλία στην Ιαπωνία. Στην Ελλάδα είχε έρθει τη δεκαετία του ‘50, στο Ηρώδειο, πριν ακόμα γνωρίσει τις μεγάλες δόξες του.

Ιδρυσε την οργάνωση Aznavour for Armenia μετά τον σεισμό στην Αρμενία το 1988 και έγινε πρεσβευτής της Αρμενίας στη Γενεύη το 2009. Καλλιτεχνικά, παρά τη μικροκαμωμένη του παρουσία (ήταν γύρω στο 1,50) και τον βραχνό, άτυπο φωνητικό χαρακτήρα του, ο Αζναβούρ ξεχώριζε για το ανεξάντλητο συναίσθημα, το βάθος των στίχων και την προσαρμοστικότητα του ήχου του σε διαφορετικά μουσικά είδη. Ο μουσικοκριτικός Στίβεν Χόλντεν τον αποκάλεσε «θεό της γαλλικής ποπ» και η επιρροή του συγκρίθηκε με αυτή του Φρανκ Σινάτρα. Και είχαν δίκιο: ο Αζναβούρ ήταν ο Σινάτρα της Ευρώπης. Μάλιστα, είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του πως κάποια στιγμή θα πληρωθεί όσο ο Σινάτρα και το πέτυχε.

«Ηξερα τι είχα εναντίον μου: τη φωνή μου, την εμφάνισή μου, την καταγωγή μου… Ηταν η αγάπη του κοινού που έκανε τη διαφορά» είχε δηλώσει. Επί σκηνής είχε τον δικό του, μοναδικό και χαρακτηριστικό τρόπο, να ερμηνεύει τα τραγούδια του. Χαρακτηριστικό (και προσωπικό μας αγαπημένο) είναι το τραγούδι του ίδιου «Comme ils disent» που ήταν εμπνευσμένο από έναν τρανς φίλο του και ο τρόπος που τόλμησε να το παρουσιάσει ο ίδιος, όπως ήταν, επί σκηνής θεωρείται μοναδικός. Κανένας άλλος, ούτε τότε ούτε σήμερα, δεν έχει τολμήσει κάτι παρόμοιο.

Ο Σαρλ Αζναβούρ έγινε ταινία, πολύ καλή ταινία. Στο «Ο κύριος Αζναβούρ», που παίζεται ακόμα στους κινηματογράφους, οι σκηνοθέτες Μεχντί Ιντίρ και Γκραν Κορπ Μαλάντ έχουν κάνει κάποια πολύ ιδιαίτερα (τεχνικά μιλώντας) πλάνα, ενώ ο Ταχάρ Ραχίμ εντυπωσιάζει με την ερμηνεία του. Δεν ήταν και εύκολο. Βλέπεις ο Αζναβούρ δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος τραγουδιστής. Ηταν ένας ποιητής της σκηνής, ένας αφηγητής της ανθρώπινης αδυναμίας. Και την τραγούδησε όπως μόνο οι γενναίοι ξέρουν: με πόνο, αλήθεια και αξιοπρέπεια.