Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ευκολία και η ταχύτητα με την οποία κατέρρευσε η χούντα το πρωί της 23ης Ιουλίου 1974 εκ πρώτης όψεως ξαφνιάζουν. Ενα στρατοκρατικό καθεστώς, που οικοδομήθηκε στη βάση μιας «πολεμικής» πρόσληψης της εσωτερικής πολιτικής ζωής και το οποίο έδειχνε να έχει καταστείλει κάθε ίχνος αντιπολιτευτικής δραστηριότητας, πόσο μάλλον αντίστασης, παρέδωσε άνευ όρων την εξουσία στους πολιτικούς μόλις βρέθηκε αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο ενός πραγματικού πολέμου. Ο ίδιος ο «αόρατος δικτάτορας» Δημήτριος Ιωαννίδης, επικεφαλής της επίφοβης Στρατιωτικής Αστυνομίας, συμμορφώθηκε αμαχητί με την επιλογή της υφισταμένης του στρατιωτικής ηγεσίας, δικαιώνοντας εκ των υστέρων το προσωνύμιο «αρσακειάδα», που του απέδιδε ο προκάτοχός του στην εξουσία.

Η απρόσμενη αυτή εξέλιξη, που καταγγέλθηκε από τον αυτοεξόριστο Ανδρέα Παπανδρέου σαν απλή «αλλαγή ΝΑΤΟϊκής φρουράς», αλλά τελικά εξελίχθηκε στην αυθεντικότερη εκδοχή δημοκρατίας που γνώρισε ποτέ τούτος ο τόπος, δεν είναι δύσκολο να ερμηνευθεί. Τα σπέρματά της ήταν ήδη παρόντα κατά τους προηγούμενους μήνες, ιδίως μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την πραξικοπηματική ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη (25.11.1973). Την καλύτερη μαρτυρία γι’ αυτό την προσφέρουν οι αφηγήσεις που προέρχονται από το εσωτερικό -ή έστω την περίμετρο- του ίδιου του καθεστώτος.

Απομόνωση κι αποσύνθεση

Η χούντα Ιωαννίδη δεν διέθετε ούτε το στοιχειώδες μαζικό έρεισμα του σκληρού πυρήνα της εθνικοφροσύνης που στήριξε αρχικά τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στο σημείο αυτό συμφωνούν τόσο η ιδιωτική αλληλογραφία πολιτικών παραγόντων της εποχής όσο και οι υπηρεσιακές εκθέσεις ξένων διπλωματών.

«Το τωρινό καθεστώς είναι το καθεστώς με τη στενότερη μαζική βάση που είχαν ποτέ [οι Ελληνες] σε τούτο τον αιώνα ή μάλλον σε όλη την ιστορία τους, από το 1821», εξηγούσε τον Μάρτιο του 1974 ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα, σε ειδική σύσκεψη του περιφερειακού επιτελείου του αμερικανικού ΥΠΕΞ για την Ελλάδα. «Ουσιαστικά είναι μόνο 20-30 αξιωματικοί, ίσως και 10-12, και δεν έχουν άλλη υποστήριξη. […] Μέχρι κι οι επιχειρηματίες, που τάσσονταν συνήθως με τον Παπαδόπουλο, είναι πολύ επιφυλακτικοί». Για τους λόγους αυτής της ψυχρότητας, αποκαλυπτική είναι μια μεταγενέστερη αναφορά του ίδιου διπλωμάτη για τις σκανδαλώδεις πρακτικές των οικονομικών υπουργών: η καναδική εταιρεία Οσεάνικ που ερευνούσε τα πετρέλαια της Θάσου πιεζόταν λ.χ. ταυτόχρονα από τον υφυπουργό Βιομηχανίας Ευθυμιάδη να συνεργαστεί για τις υπεργολαβίες της με τον εφοπλιστικό όμιλο Κουλουκουντή κι από τον προϊστάμενό του υπουργό Κυπραίο να δώσει τη δουλειά σε κάποια «δική του» εταιρεία.

Ο σκληρός πυρήνας του καθεστώτος διαπερνιόταν από ένα κλίμα αλληλοχαφιεδισμού, ομαδοποιήσεων, παραγοντισμού και γενικευμένης καχυποψίας, όπως διαπιστώνουμε από τις αφηγήσεις των ίδιων των ηγετικών στελεχών του, αλλά και άλλων αξιωματικών. Η γενικευμένη ανασφάλεια κι ευθυνοφοβία παρέλυαν ακόμη και στεγανοποιημένες δημόσιες υπηρεσίες, όπως το ΥΠΕΞ, ενώ η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου αντιμετωπιζόταν από τους πάντες ως υπόδειγμα ανυποληψίας κι ανικανότητας. Παράπλευρες απώλειες υπέστη και το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων, καθώς οι διαδοχικές εκκαθαρίσεις του 1973 είχαν ως αποτέλεσμα στα περισσότερα διοικητικά πόστα να υπηρετούν αξιωματικοί με μηδενική εμπειρία .

Ο καθοριστικότερος παράγοντας της αποσύνθεσης του καθεστώτος υπήρξε ωστόσο η αδυναμία του να δαμάσει τις συνέπειες της πετρελαϊκής κρίσης, αλλά και τον πληθωρισμό που είχε αρχίσει να εκτινάσσεται ήδη από το φθινόπωρο του 1972. Παρά τη χουντική προπαγάνδα περί «οικονομικού θαύματος», η κακοδιαχείριση του δημόσιου χρήματος είχε φέρει τη χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας. Ο ίδιος ο αρχιτέκτονας του «θαύματος», Νικόλαος Μακαρέζος, πληροφορούσε έτσι τον Απρίλιο του 1974 τον αρχιεπίσκοπο Αμερικής ότι, «κατά τους μετριωτέρους υπολογισμούς, η Ελλάς προ του Σεπτεμβρίου θα χρειασθή το ποσόν των $1.800.000.000 [σε δάνεια] διά να δυνηθή να αποφύγη την κήρυξιν χρεωστασίου».

Εφιάλτης στο Πολυτεχνείο

Η εξέγερση του 1973 μπορεί να μην έριξε τη χούντα, η σκιά της όμως καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις, καθώς πιστοποιούσε την αδυναμία διασφάλισης του μαζικού εκείνου ερείσματος που θα επέτρεπε μια συντεταγμένη μετάβαση σ’ έναν ελεγχόμενο κοινοβουλευτισμό. «Αν οι πληθωριστικές τάσεις εξακολουθήσουν (όπως φαίνεται πιθανό), είναι μόνο ζήτημα χρόνου ώσπου η αντιπολίτευση στη νέα δικτατορία να γίνει εμφανής με τους φοιτητές και κάποια εργατικά στοιχεία στην πρωτοπορία», εκτιμούσε χαρακτηριστικά ο διευθυντής πολιτικού σχεδιασμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στα μέσα Φεβρουαρίου 1974, ενώ τον Απρίλιο ένα μνημόνιο της CIA αποφαινόταν πως «οι φοιτητές κι οι εργάτες θα απολαύσουν τη λαϊκή συμπάθεια, αν όχι ανοιχτή υποστήριξη, έτσι κι αναμετρηθούν ξανά ανοιχτά με το καθεστώς».

Παρόμοιες εκτιμήσεις έκαναν και τα ντόπια στελέχη που κινούνταν στην γκρίζα ζώνη των ζυμώσεων για μια ελεγχόμενη μεταπολίτευση. «Αν σήμερα προκύψει ένα νέο επεισόδιο Πολυτεχνείου, θα μετάσχουν όχι 15.000 αλλά 100.000 άνθρωποι», προειδοποιεί στις αρχές του 1974 με υπόμνημά του τον χουντικό πρόεδρο Φαίδωνα Γκιζίκη ο «γεφυροποιός» Ευάγγελος Αβέρωφ. «Σε λίγους μήνες θα φτάσουν τις 500.000. Μια μικρή οργανωμένη εξτρεμιστική μειοψηφία θα βρεθεί ανάμεσά τους επιδιώκοντας να εκμεταλλευθεί την κατάσταση. […] Η νεολαία πλέον συμβαδίζει με οποιονδήποτε είναι κατά του καθεστώτος και δυστυχώς με δυνάμεις όχι πάντοτε υγιείς. Το Κ.Κ. είναι ενεργότερο από ποτέ. Η Ελλάδα γλιστρά προς τα αριστερά, προς αναρχικές ιδέες».

Εξίσου σαφής ήταν, σε επιστολή του προς τον Καραμανλή, ο συνιδρυτής του ΙΔΕΑ Σόλων Γκίκας: «Ο αριστερισμός νομίζω ότι διογκούται ιδία μεταξύ των νέων. Το χειρότερον είναι ότι έχει δημιουργηθή πνεύμα ανοχής των αστών έναντι των κομμουνιστών και το πνεύμα αυτό είναι φυσικόν να σταθεροποιήται εφ’ όσον παρατείνεται η δικτατορία. […] Η ανακοπή του αριστερισμού και της αντιπαθείας προς τους αξιωματικούς είναι δύσκολον να επιτευχθή άνευ μεταβάσεώς μας εις την ομαλότητα, ήτις θα παρουσιάση και προβλήματα, δεδομένου ότι αι νεώτεραι κλάσεις ψηφοφόρων είναι επηρεασμέναι από σοσιαλιστικάς ιδέας και είναι εμποτισμέναι με μίσος κατά της δεξιάς ως υπευθύνου της δικτατορίας».

Ακόμη κι ο Μακαρέζος, στη συνομιλία του με τον Αμερικής Ιάκωβο, προβλέπει ότι το ερχόμενο φθινόπωρο «δεν αποκλείεται επανάστασις, αυτή την φοράν προερχομένη εκ του λαού», θεωρώντας μάλιστα βέβαιο πως, «εάν κληθούν ο στρατός και τα τανκς να την πατάξουν, θα ευρεθούν αυτήν την φοράν αλληλέγγυοι με τους επαναστάτας» .

Η αδύνατη μετεξέλιξη

Η απόπειρα του Παπαδόπουλου για διατεταγμένη μετάβαση με τον εαυτό του πανίσχυρο Πρόεδρο της Δημοκρατίας και πρωθυπουργό τον Μαρκεζίνη κατέληξε, ως γνωστόν, σε πανωλεθρία: το Πολυτεχνείο κατέδειξε την πολιτική απομόνωσή του κι ακολούθησε η ανατροπή του απ’ τον Ιωαννίδη. Αντιμέτωπο με τα ίδια διλήμματα σε οξύτερη μορφή, το νέο καθεστώς απέσυρε φαινομενικά τους στρατιωτικούς από τα κυβερνητικά πόστα, αναζητώντας εναγώνια συνεργάτες μεταξύ του πολιτικού κόσμου. Στους κόλπους του τελευταίου αναπτύχθηκαν έτσι τους τελευταίους μήνες της χούντας μια σειρά πρωτοβουλίες για αμοιβαία αποδεκτή διέξοδο.

● Η γνωστότερη προήλθε από τον Ευάγγελο Αβέρωφ, πρώην ΥΠΕΞ της ΕΡΕ και μελλοντικό ΥΠΕΘΑ (κι αρχηγό) της Ν.Δ. Με διαδοχικά υπομνήματά του προς τον πρόεδρο Γκιζίκη, ο Ηπειρώτης πολιτικός προσφέρθηκε να λειτουργήσει ως «γέφυρα» ελεγχόμενης μετάβασης, επισείοντας τον κίνδυνο υπονόμευσης του κοινωνικού καθεστώτος από μια παρατεταμένη στρατιωτική διακυβέρνηση σε καιρούς οικονομικής κρίσης. Για τις κινήσεις του ενημέρωνε τακτικά τον Αμερικανό πρέσβη, δεν κατόρθωσε όμως να πείσει τους χουντικούς που αμφέβαλλαν για τις εγγυήσεις προσωπικής ασφάλειας που τους παρείχε. Εξίσου άκαρπη αποδείχθηκε η γραπτή προειδοποίησή του προς τον Γκιζίκη για τις καταστροφικές επιπτώσεις μιας ελληνοτουρκικής αναμέτρησης (19.4.1974). Αποκαλυπτικό για τις συνθήκες ημιπαρανομίας της όλης ζύμωσης είναι το γεγονός πως, όταν οι επαφές του Αβέρωφ δημοσιοποιήθηκαν από την Ντόιτσε Βέλε, ο ίδιος έσπευσε να τις διαψεύσει.

● Προτάσεις προς την ίδια κατεύθυνση υπέβαλε τον Φεβρουάριο του 1974 στον Αμερικανό πρέσβη ο καθηγητής Γρηγόριος Κασιμάτης, εισηγούμενος την κάλυψη του υφιστάμενου «κενού εξουσίας» με τον διορισμό του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ ως αντιβασιλιά και την προκήρυξη εκλογών για συντακτική συνέλευση . Υιοθετώντας την ιδέα, ο Τάσκα τη μετέφερε στον Ιωαννίδη και τον αρχιεπίσκοπο με μεσολαβητή τον καθηγητή Ιωάννη Γεωργάκη.

● Πιο επίμονη υπήρξε η προσπάθεια του Μακαρέζου να επαναπατρίσει τον Καραμανλή ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με ενδεχόμενη δική του πρωθυπουργοποίηση. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατο και των δύο, η σχετική πρωτοβουλία προήλθε από τον αυτοεξόριστο πρωθυπουργό στη διάρκεια του Πολυτεχνείου και μεταφέρθηκε στον Ιωαννίδη με αλλεπάλληλους μεσολαβητές, δίχως αποτέλεσμα. Με τη λύση αυτή συντάχθηκαν και «σκληροί» της προηγούμενης χούντας, όπως ο Λαδάς. Οταν οι κρούσεις του αποδείχθηκαν άκαρπες, ο Μακαρέζος βολιδοσκόπησε παράγοντες της ομογένειας κατά την επίσκεψή του στις ΗΠΑ (15.3-12.4.1974), πάλι χωρίς επιτυχία. Σε αντίθεση με τον Αβέρωφ, δημοσιοποίησε τις προθέσεις του μ’ επανειλημμένες συνεντεύξεις σε γερμανικά ΜΜΕ.

● Παρόμοιες εισηγήσεις έκαναν και άλλες φυσιογνωμίες της ευρύτερης εθνικοφροσύνης, από τον στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο μέχρι τον Στυλιανό Παττακό. Τα σχετικά κείμενα παραμένουν ως επί το πλείστον αδημοσίευτα.

Το καθεστώς προχώρησε απ’ την πλευρά του σε σειρά επαφών με μεσαία στελέχη των αστικών κομμάτων (ΕΡΕ, Ε.Κ., Κ.Π.) και ιδίως των οργανώσεων νεολαίας τους, οραματιζόμενο την ανάδυση μιας νέας γενιάς πολιτικών που θα ήταν ικανή να παραγκωνίσει τους εκπροσώπους της προδικτατορικής «φαυλοκρατίας». Κι αυτές οι ζυμώσεις δεν κατέληξαν, ωστόσο, πουθενά.

Ο ίδιος ο Καραμανλής επιφύλασσε για τον εαυτό του τον ρόλο της εναλλακτικής λύσης ήδη από την επαύριο του πραξικοπήματος του 1967, διαμηνύοντας μέσω τρίτων στους ηγέτες της χούντας την πρόθεσή του να πρωταγωνιστήσει σε μια διατεταγμένη μετάβαση προς αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «κυβερνουμένη και όχι κυβερνώσα δημοκρατία» (βλ. αναλυτικά «Ιός» 22.3.2013). Θεωρούμενος από τις αμερικανικές υπηρεσίες ως «η προτιμότερη εναλλακτική λύση για πολλούς στην Ελλάδα», προσπάθησε ανεπιτυχώς να δει τον Κίσινγκερ κατά τη σύντομη διέλευσή του από το Παρίσι στις 20.12.1973, απέρριψε όμως πρόταση του Τάσκα να συναντηθεί μαζί τον Απρίλιο του 1974 με το αιτιολογικό ότι δεν μπορούσε να τροποποιήσει τις προγραμματισμένες πασχαλινές διακοπές του. Οταν μετάνιωσε, ήταν πλέον αργά.

Η «διέξοδος» του εθνικισμού

Η τελική έκβαση της διελκυστίνδας είναι γνωστή. Το καθεστώς Ιωαννίδη προσπάθησε να ξεπεράσει την κρίση του επιστρατεύοντας το χαρτί του εθνικισμού, αρχικά γύρω από τα πετρέλαια του Αιγαίου (που θ’ αναβάθμιζαν τους Ελληνες σε πάμπλουτους «Αμερικάνους») και κατόπιν στο Κυπριακό, ανατρέποντας τον Μακάριο που κατηγορούνταν ότι εξασθενεί το αντιτουρκικό μέτωπο κι αφελληνίζει τη μεγαλόνησο, μεταλλάσσοντας τους Ελληνοκυπρίους σε αλλοεθνείς με «μεσανατολικήν ελαστικήν συνείδησιν».

Η επιλογή αυτή συνοδεύτηκε από ένα πρωτοφανές εξοπλιστικό πρόγραμμα, με το σκεπτικό πως «αι χρονίζουσαι διαφοραί μας με την Τουρκίαν αργά ή γρήγορα θα ελύοντο διά των όπλων». Ενώ την πενταετία 1968-72 η χούντα του Παπαδόπουλου είχε ξοδέψει για όπλα 3,4 δισ. δολάρια, αυτή του Ιωαννίδη προγραμμάτισε αγορές αεροσκαφών, πυραυλακάτων, θωρακισμένων κ.λπ. συνολικού ύψους 9 δισ. για το 1973-77 κι άλλων 26 δισ. για το 1978-82. Τα κονδύλια γι’ αυτό το μιλιταριστικό ξεφάντωμα, που αποτελούσε και το μοναδικό σημείο απόλυτης συμφωνίας μεταξύ της τότε ηγεσίας, προήλθαν σχεδόν αποκλειστικά από εξωτερικό δανεισμό.

Μια θερμή σύρραξη με την Τουρκία αποτελούσε ενδεχομένως συνειδητή επιλογή του Ιωαννίδη. Οχι όμως και της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας, που μπροστά στο φάσμα του πολέμου πραγματοποίησε στροφή 180 μοιρών, παραδίδοντας εσπευσμένα την εξουσία με αντάλλαγμα την προσωπική της ατιμωρησία.