Οριστική και αμετάκλητη είναι πλέον η καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για επαναπροώθηση, καθώς απορρίφθηκε το αίτημα επανεξέτασης της απόφασης που είχε υποβάλει η κυβέρνηση.
Συγκεκριμένα, στις 30 Ιουνίου, η πενταμελής επιτροπή του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης απέρριψε το αίτημα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για επανεξέταση της απόφασης που είχε βγάλει το ΕΔΔΑ στις 7 Ιανουαρίου, με την οποία καταδίκασε για πρώτη φορά την Ελλάδα για επαναπροώθηση, αναγνωρίζοντας επίσης τον συστηματικό χαρακτήρα των επαναπροωθήσεων. Η υπόθεση αφορούσε γυναίκα τουρκικής καταγωγής που έφτασε στον Εβρο το 2019 για να ζητήσει άσυλο, αλλά η ΕΛ.ΑΣ. τη συνέλαβε άτυπα, την κράτησε και την επαναπροώθησε μέσω του Εβρου στην Τουρκία, όπου φυλακίστηκε.
Η νεαρή γυναίκα εκπροσωπήθηκε τότε από το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και δικαιώθηκε. Οπως επισημαίνει η οργάνωση, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι η πρόσφυγας κρατήθηκε παρανόμως από τις ελληνικές αρχές πριν από την επαναπροώθησή της, ότι οι ελληνικές δικαστικές αρχές δεν διεξήγαγαν αποτελεσματική ποινική έρευνα και αρχειοθέτησαν τη μήνυσή της παρά τα αποδεικτικά στοιχεία και ότι η Ελλάδα υπέβαλε την πρόσφυγα σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, παραβίασε το δικαίωμά της στην ελευθερία και την ασφάλεια και το δικαίωμά της σε δικαστική προσφυγή, καθώς, παρά τις συνεχείς μηνυτήριες αναφορές στα εθνικά δικαστήρια, καμία υπόθεση επαναπροώθησης δεν έχει παραπεμφθεί να δικαστεί σε ακροατήριο.
«Η οριστική, πλέον, απόφαση του ΕΔΔΑ επιβεβαιώνει ότι οι επαναπροωθήσεις στα ελληνικά σύνορα αποτελούν συστηματική πρακτική των ελληνικών αρχών, όπως αυτή ήδη καταγράφεται, επί σειρά ετών, από πολυάριθμες εκθέσεις διεθνών, ευρωπαϊκών και εθνικών οργανισμών καθώς επίσης και στις καθημερινές καταγγελίες από τα θύματα επαναπροωθήσεων που δέχεται και η οργάνωσή μας», επισημαίνει το ΕΣΠ. Η οργάνωση σημειώνει ότι από τη δημοσίευση της απόφασης στις 7 Ιανουαρίου έχει υποβάλει στο ΕΔΔΑ 14 αιτήματα ασφαλιστικών μέτρων εκπροσωπώντας 55 ανθρώπους που ζητούσαν άσυλο, τα οποία έγιναν όλα δεκτά.
Η καταδίκη της Ελλάδας ως προς την παραβίαση του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή έγινε και με τη συμβολή του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) το οποίο παρενέβη ως τρίτο μέρος στη διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ. Στην παρέμβασή του εκείνη, το ΕΠΣΕ είχε καταθέσει στοιχεία για πάνω από 200 δικές του τέτοιες ποινικές αναφορές στους αρμόδιους εισαγγελείς, τον Συνήγορο του Πολίτη ή την Εθνική Αρχή Διαφάνειας οι οποίες ακόμα εξετάζονται. Παράλληλα, τόνισε ότι έχουν αναφερθεί εκατοντάδες τέτοιες υποθέσεις και ότι καμία από αυτές δεν οδήγησε σε αυτεπάγγελτη έναρξη ποινικής ή/και πειθαρχικής έρευνας, καθώς όλες οι διαδικασίες που τις αφορούν έχουν κινηθεί μετά από καταγγελίες των θυμάτων ή ΜΚΟ. Υπενθύμισε ακόμα πως, σε ό,τι αφορά τις καταγγελίες που κατέθεσε το ίδιο, το βασικό επιχείρημα που προβάλλουν οι εισαγγελείς είναι ότι το Λιμενικό και η Αστυνομία δεν έχουν την πρακτική να κάνουν απωθήσεις.
Σε χωριστή υπόθεση επαναπροώθησης δύο ανήλικων Αφγανών προσφύγων από τη Σάμο τον Σεπτέμβριο του 2023, το ΕΔΔΑ δεν προχώρησε σε καταδίκη της χώρας μας λόγω ελλιπούς τεκμηρίωσης, ωστόσο αναγνώρισε τον συστηματικό χαρακτήρα των επαναπροωθήσεων και σε αυτή την υπόθεση.
Η πρωτοβάθμια καταδίκη της Ελλάδας είχε έρθει και στη Βουλή μετά από σχετική ερώτηση της Νέας Αριστεράς, με τον τότε υπουργό Μάκη Βορίδη να απαντά ότι η Ελλάδα θα συμμορφωθεί με την απόφαση του ΕΔΔΑ όταν αυτή καταστεί οριστική και αμετάκλητη. Θα έχει ενδιαφέρον λοιπόν να δούμε με ποιον τρόπο σκοπεύει στο εξής να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση η κυβέρνηση και κυρίως η δικαστική εξουσία, που αρνείται συστηματικά να εξετάσει τις σχετικές καταγγελίες. Ετσι, οφείλει να ξεκινήσει την ποινική διερεύνηση τουλάχιστον της υπόθεσης της γυναίκας από την Τουρκία, κάτι που είχε αρνηθεί να κάνει.
