ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Στον κόσμο αυτόν δεν υπάρχει ενδιάμεσο, ή κερδίζεις ή χάνεις. Οσο στέκεσαι στη ράχη μιας τίγρης, είσαι κυρίαρχος της δύναμης που υποτάσσεται σε κάθε προσταγή σου, είσαι ισχυρός, ευδαίμων∙ αλίμονο όμως: τη στιγμή που θα πέσεις απ’ τη ράχη της, η τίγρη θα σε κατασπαράξει αδίστακτα σαν άτυχη γαζέλα που ’χει πέσει στα νύχια της. Απαράβατος όρος για να συμβιώσεις με την τίγρη είναι να είσαι ο κύριος και ο αφέντης της. Ή είσαι ο κύριος ή το θήραμά της»

Ακολουθώ τον Ζουλφί Λιβανελί στη «Ράχη της τίγρης», το βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Φραγκώς Καράογλαν. Καθώς ο διάσημος Τούρκος μουσικός, συγγραφέας, ποιητής και πολιτικός ξετυλίγει την ιστορία του εκθρονισμένου σουλτάνου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αμπντούλ Χαμίτ Β’, είναι αδύνατον να μη γίνουν συγκρίσεις με το σήμερα. Αλλωστε ο Αμπντουλχαμίτ υπήρξε ίνδαλμα του σημερινού προέδρου της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν.

Κυβέρνησε επί τριάντα τρία χρόνια, από το 1876 έως το 1909, και εκθρονίστηκε μετά την Επανάσταση των Νεότουρκων. Το όνομα του Αμπντουλχαμίτ συνδέεται με το πρώτο Σύνταγμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1876) και τη συγκρότηση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας (1877). Λόγω της κριτικής που δεχόταν από τη Βουλή για την πολιτική που ακολουθούσε στον πόλεμο με τη Ρωσία, στις 18 Φεβρουαρίου 1878 ο σουλτάνος ανέστειλε τη λειτουργία της Βουλής (η οποία στα επόμενα 30 χρόνια δεν ξαναλειτούργησε) και το Σύνταγμα έμεινε μόνο στα χαρτιά. Ηταν πρόσωπο αμφιλεγόμενο, οδηγήθηκε στην παράνοια κατά τη διάρκεια της εξορίας του στη Θεσσαλονίκη. Παρέμεινε φρουρούμενος, σε κατ’ οίκον περιορισμό, στην έπαυλη Αλλατίνη ώς το 1912.

Ο πρώην σουλτάνος φοβάται τα πάντα, φοβάται όμως κυρίως ότι θα τον δηλητηριάσουν. Ψάχνω στις δαιδαλώδεις σκέψεις του να βρω τον άλλοτε πανίσχυρο άντρα, τον «Μέγα Χαν», τον «κόκκινο», τον «αιμοσταγή» ηγεμόνα που ήταν υπεύθυνος για τη μεγάλη σφαγή των Αρμενίων το 1896 και τη δολοφονία χιλιάδων αντιφρονούντων. Είχε ως χόμπι την ξυλογλυπτική, απεχθανόταν την τουρκική μουσική και λάτρευε την ιταλική, αλλά και τα αστυνομικά μυθιστορήματα, με ιδιαίτερη προτίμηση στις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς.

Στην εξορία του, στη βίλα Αλλατίνη, γνωρίζει τον προοδευτικό στρατιωτικό γιατρό Ατίφ Χουσεΐν Μπέη. Ο γιατρός είναι υπαρκτό πρόσωπο και ο Λιβανελί στηρίχτηκε στο ημερολόγιό του για τη συγγραφή του βιβλίου. Οι δύο άντρες συνδέθηκαν καθώς ο Ατίφ ανέλαβε να παρακολουθεί καθημερινά την πορεία της υγείας του πρώην σουλτάνου. «Ο ΓΙΑΤΡΟΣ, ΑΧ, ΑΥΤΟΣ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ!… Αντί να έχει έναν γιατρό, ευγενικό, καθωσπρέπει, παραδοσιακό μουσουλμάνο σαν τον διοικητή, του έλαχε ετούτος ο “δυτικός φιλελεύθερος, πολέμιος του σουλτανάτου” τύπος, που είναι εχθρικός απέναντί του. Με το καστανό μούσι κουρεμένο φραντσέζικα, το κερωμένο τσιγκελωτό μουστάκι, τα συρμάτινα γυαλιά του και τη ρεντικότα και το παπιγιόν που φοράει όταν ντύνεται πολιτικά, θυμίζει πιο πολύ Γάλλο παρά Οθωμανό γιατρό».

Είναι έκδηλο πως ο συγγραφέας έχει κάνει εμπεριστατωμένη και πολύπλευρη έρευνα για την εποχή εκείνη. Τόσο για τις εσωτερικές υποθέσεις στην Τουρκία όσο και για τις σχέσεις της με την Ευρώπη. Κρατάει μια ενδιαφέρουσα λογοτεχνικά απόσταση από την πολιτική, εστιάζοντας στην κοινωνική αποτύπωση διαφορετικών ιδεολογικών κατευθύνσεων. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ή αυτονόητο πως ένα ιστορικό πρόσωπο με τόσο αρνητικό πρόσημο δεν θα τραβήξει και τον συγγραφέα στα δικά του σκοτάδια. Ωστόσο, ο Ζουλφί Λιβανελί, έχοντας μάλιστα ο ίδιος έντονη αριστερή ταυτότητα, ολοκληρώνει το πορτρέτο του παρανοϊκού ηγέτη αναγνωρίζοντάς του μια βαθύτερη πολιτική πρόθεση στο να γίνουν μεταρρυθμίσεις αδιανόητες για το σκληροπυρηνικό ισλαμικό κράτος που ήταν η Τουρκία εκείνη την εποχή. Γιατί τότε έγινε η επανάσταση των Νεότουρκων; αναρωτιέται ο γιατρός Ατίφ. «Ετούτοι οι Νεότουρκοι πάμπολλα χρόνια μιλούσαν εναντίον του σουλτανάτου στο Παρίσι, έβγαζαν εφημερίδες εκεί, είχαν πετύχει να κερδίσουν δυτική υποστήριξη, τι άλλαξαν όμως όταν κατέλαβαν την εξουσία; Ο γιατρός δεν είχε το θάρρος να το αρθρώσει, αλλά η κατάσταση ήταν τώρα τρισάθλια και η αυτοκρατορία είχε μπει σε πορεία ταχείας διάλυσης».

Το βιβλίο παραδόξως είναι εξαιρετικά επίκαιρο τις επικίνδυνες αυτές μέρες που κλιμακώνεται ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Η Παλαιστίνη διοικούνταν και εξουσιαζόταν από τον σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίντ, ο οποιός την υποσχέθηκε στους Εβραίους, σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την καταρρέουσα οικονομικά χώρα του. Αυτό δεν είναι περίεργο για τους Οθωμανούς, καθώς είχαν εγκαταλείψει τη Λιβύη με αντάλλαγμα να πάρουν υποστήριξη από την Ιταλία, κάτι που επέτρεψε στην Ιταλία να έχει τη Λιβύη υπό κατοχή και σε μορφή αποικιοκρατίας, λεηλατώντας τον πλούτο της.

Ο Λιβανελί αναδομεί μια ιστορική προσωπικότητα παρουσιάζοντάς μας μια ενδιαφέρουσα λογοτεχνική φιγούρα με εξίσου ενδιαφέροντες συμπρωταγωνιστές. Ο φοβικός και μυστικοπαθής ήρωάς του, με φόντο μια ταραγμένη Ευρώπη, σου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον αν και γνωρίζεις την κατάληξή του. Μέσα από το διεισδυτικό βλέμμα του γιατρού του, το μυθιστόρημα εξερευνά την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του Αμπντουλ Χαμίντ και τα βάρη της εξουσίας που έφερε. Απεικονίζει την ενδοσκόπηση του σουλτάνου και το παράδοξο ενός ηγέτη που επιδίωκε τον εκσυγχρονισμό ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε τις ηθικές επιπτώσεις των βάρβαρων πολιτικών του επιλογών. Ταυτόχρονα, περιγράφει και την υποκρισία του υποτίθεται πολιτισμένου δυτικού κόσμου. Κυρίως, όμως, θυμίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ εξουσίας και ηθικής, προτρέποντας σε μια βαθύτερη κατανόηση του παρελθόντος και των αντηχήσεών του στη σύγχρονη κοινωνία.

«Στο παλάτι, ούτε η γάτα του, η πάλλευκη γάτα Αγκύρας που δεν κατέβαινε απ’ τα γόνατά του, δεχόταν να φάει οτιδήποτε αν δεν της προσφερόταν με το πιρούνι. Τέτοιο καθωσπρέπει και εκλεπτυσμένο πλάσμα. Ομως, είχαν δει πολλά τα μάτια του και ήξερε τι μπορούσε να κάνει η πείνα στον άνθρωπο. Στους ατέλειωτους πολέμους οι άνθρωποι τρώγαν και τα τσαρούχια τους».