Οι επιπτώσεις που έχουν τα νέα τεχνολογικά εργαλεία (κινητά, τάμπλετ, υπολογιστές, κλπ) στα παιδιά και στον εγκέφαλό τους δεν είναι τόσο εύκολα ερμηνεύσιμες και σίγουρα όχι τόσο αρνητικές, όσο τουλάχιστον πιστεύεται από την πλειονότητα των πολιτών, τονίζει αναλυτικό ρεπορτάζ του BBC σχετικά με τη σχέση των παιδιών με τα νέα μέσα.
Η συντάκτρια του άρθρου παρατηρεί πως ο χρόνος μπροστά σε ψηφιακές οθόνες έχει γίνει σχεδόν συνώνυμος με κακές συνδηλώσεις, καθώς είναι διάχυτη η εντώπωση πως η αλληλεπίδραση αυτή σχετίζεται με την αύξηση της κατάθλιψης στους νέους, με προβλήματα συμπεριφοράς αλλά και για στέρηση ύπνου.
Η διακεκριμένη νευροεπιστήμονας, Βαρόνη Σούζαν Γκρίνφιλντ, έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι η χρήση του διαδικτύου και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια μπορούν να βλάψουν τον εφηβικό εγκέφαλο.
Το 2013 είχε συγκρίνει τις αρνητικές επιπτώσεις του παρατεταμένου χρόνου μπροστά σε οθόνες με τις πρώτες ημέρες της κλιματικής αλλαγής: μια σημαντική αλλαγή που ο κόσμος δεν έπαιρνε στα σοβαρά.
Πλέον, αρκετοί έχουν αρχίσει να το αντιμετωπίζουν πιο σοβαρά το ζήτημα, σχολιάζει το BBC, επισημαίνοντας πως οι προειδοποιήσεις για τη σκοτεινή πλευρά της τεχνολογίας ίσως να μη λένε όλη την αλήθεια.
Ένα άρθρο στο British Medical Journal υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί της Γκρίνφιλντ για τον εγκέφαλο «δεν βασίζονται σε δίκαιη επιστημονική αξιολόγηση των αποδείξεων… και παραπλανούν τους γονείς και το ευρύ κοινό».
Τώρα, μια άλλη ομάδα Βρετανών επιστημόνων υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν τις αρνητικές συνέπειες της χρήσης των νέων τεχνολογικών μέσων.
Ανεπαρκή τα στοιχεία
Ο Πιτ Έτσελς, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Bath Spa, είναι ένας από τους ακαδημαϊκούς που υποστηρίζουν ότι τα στοιχεία, που χρησιμοποιούνται για να αποδειχθεί πως η έκθεση στις οθόνες είναι βλαβερή, είναι ανεπαρκή.
Έχει αναλύσει εκατοντάδες μελέτες σχετικά με τον χρόνο μπροστά σε οθόνες και την ψυχική υγεία, καθώς και μεγάλο όγκο δεδομένων για τις συνήθειες των νέων με τις οθόνες. Στο βιβλίο του Unlocked: The Real Science of Screen Time, υποστηρίζει ότι η επιστημονική βάση πίσω από τους εντυπωσιακούς τίτλους των ειδήσεων είναι ετερόκλητη και, σε πολλές περιπτώσεις, προβληματική.
«Επιστημονικές αποδείξεις, οι οποίες να επαναλαμβάνονται και που να στηρίζουν τις ιστορίες περί καταστροφικών συνεπειών από την έκθεση των παιδιών στις οθόνες απλώς δεν υπάρχουν», επισημαίνει.
Μια παρόμοια εικόνα προέκυψε από έρευνα που δημοσιεύτηκε από την Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία (American Psychological Association) το 2021.
Οι 14 συγγραφείς της, από διάφορα πανεπιστήμια παγκοσμίως, ανέλυσαν 33 μελέτες που δημοσιεύτηκαν μεταξύ 2015 και 2019. Διαπίστωσαν ότι η χρήση των νέων μέσων —συμπεριλαμβανομένων των smartphones, των social media και των video games— είχαν μικρό αντίκτυπο στην ψυχική υγεία.
Και ενώ κάποιες μελέτες έχουν προτείνει ότι το μπλε φως —όπως αυτό που εκπέμπεται από τις οθόνες— δυσκολεύει τον ύπνο επειδή καταστέλλει την ορμόνη μελατονίνη, μια ανασκόπηση του 2024 σε 11 μελέτες από όλο τον κόσμο δεν βρήκε επαρκή στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι το φως της οθόνης προκαλεί προβλήματα στον ύπνο.
Προβλήματα μεθοδολογίας
Ένα μεγάλο πρόβλημα, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Έτσελς, είναι ότι τα περισσότερα δεδομένα βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην «αυτοαναφορά». Με άλλα λόγια, οι ερευνητές απλώς ρωτούν τους νέους πόσο χρόνο πιστεύουν ότι πέρασαν μπροστά σε οθόνες και πώς θυμούνται ότι ένιωσαν.
Επιπλέον, υποστηρίζει ότι υπάρχουν εκατομμύρια πιθανοί τρόποι ερμηνείας αυτών των τεράστιων ποσοτήτων δεδομένων. «Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν εξετάζουμε συσχετίσεις», λέει.
Αναφέρει ως παράδειγμα την στατιστικά σημαντική αύξηση τόσο στις πωλήσεις παγωτών όσο και στα συμπτώματα καρκίνου του δέρματος κατά το καλοκαίρι. Και τα δύο σχετίζονται με τις υψηλότερες θερμοκρασίες, αλλά όχι μεταξύ τους: τα παγωτά δεν προκαλούν καρκίνο του δέρματος.
Ο Έτσελς θυμάται επίσης ένα ερευνητικό έργο που ξεκίνησε μετά από παρατήρηση ενός γενικού γιατρού: αφενός, ότι συνομιλούσε συχνότερα με νέους για την κατάθλιψη και το άγχος· αφετέρου, ότι πολλοί νέοι χρησιμοποιούσαν κινητά τηλέφωνα στην αίθουσα αναμονής.
«Έτσι, συνεργαστήκαμε με τον γιατρό και είπαμε, ΟΚ, ας το εξετάσουμε, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε δεδομένα για να κατανοήσουμε αυτή τη σχέση,» εξηγεί.
Παρόλο που υπήρξε συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση κινητών και στα προβλήματα ψυχικής υγείας, αναδείχθηκε ένας άλλος σημαντικός παράγοντας: το πόσο χρόνο περνούσαν μόνοι τους οι νέοι που αντιμετώπιζαν κατάθλιψη ή άγχος.
Τελικά, η μελέτη υποστήριξε ότι ήταν η μοναξιά —και όχι από μόνη της η χρήση οθονών— που ενίσχυε τα προβλήματα ψυχικής υγείας.
Λίγες λεπτομέρειες
Μια μελέτη από ερευνητές των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου εξέτασε 11.500 εγκεφαλικές απεικονίσεις παιδιών ηλικίας 9 έως 12 ετών, σε συνδυασμό με αξιολογήσεις της υγείας τους και τις δικές τους αναφορές για τη χρήση οθονών.
Αν και παρατηρήθηκαν συσχετίσεις ανάμεσα στο χρόνο χρήσης οθονών και σε αλλαγές στον τρόπο που επικοινωνούν περιοχές του εγκεφάλου, η μελέτη δεν βρήκε αποδείξεις ότι ο χρόνος μπροστά σε οθόνες σχετίζεται με την ψυχική υγεία ή με γνωστικά προβλήματα, ακόμα και σε παιδιά που περνούσαν πολλές ώρες καθημερινά στις οθόνες.
Η μελέτη, που διεξήχθη μεταξύ 2016 και 2018, και ήταν υπό την εποπτεία του καθηγητή Άντριου Πρζιμπίλσκι (Andrew Przybylski) από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έχει μελετήσει την επίδραση των βιντεοπαιχνιδιών και των social media στην ψυχική υγεία. Οι μελέτες του, που έχουν κριθεί από ομοτίμους καθηγητές, δείχνουν ότι και τα δύο μπορούν να ενισχύσουν την ευεξία αντί να την υπονομεύσουν.
Ο καθηγητής Έτσελς αναφέρει ότι «αν πιστεύαμε ότι οι οθόνες αλλάζουν τον εγκέφαλο προς το χειρότερο, θα βλέπαμε κάποια ένδειξη σε ένα τόσο μεγάλο σύνολο δεδομένων. Όμως δεν το βλέπουμε… Άρα η ιδέα ότι οι οθόνες αλλάζουν τον εγκέφαλο με έναν συνεπή ή μόνιμα αρνητικό τρόπο, απλώς δεν φαίνεται να ισχύει.»
Οι κίνδυνοι
Ούτε ο καθηγητής Πρζιμπίλσκι ούτε ο καθηγητής Έτσελς αμφισβητούν τους σοβαρούς κινδύνους ορισμένων διαδικτυακών απειλών, όπως η αποπλάνηση ανηλίκων (grooming) και η έκθεση σε ακατάλληλο ή επιβλαβές περιεχόμενο. Ωστόσο, και οι δύο υποστηρίζουν ότι η τρέχουσα δημόσια συζήτηση για τον χρόνο μπροστά σε οθόνες κινδυνεύει να κάνει το θέμα πιο αποπροσανατολιστικό.
Ο καθηγητής Πρζιμπίλσκι εκφράζει την ανησυχία του για τις φωνές που ζητούν περιορισμό ή και απαγόρευση των συσκευών, και πιστεύει ότι όσο πιο αυστηρά επιτηρείται ο χρόνος οθόνης, τόσο περισσότερο μπορεί να μετατραπεί σε «απαγορευμένο καρπό» για τα παιδιά.
Ωστόσο, δεν συμφωνούν όλοι. Η καθηγήτρια ψυχολογίας Τζιν Τγουένγκ (Jean Twenge) από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο, ξεκίνησε να ερευνά την αυξανόμενη κατάθλιψη στους Αμερικανούς εφήβους χωρίς την πρόθεση να αποδείξει ότι τα smartphones ή τα social media είναι «καταστροφικά», όπως λέει η ίδια. Όμως βρήκε πως ήταν ο μόνος κοινός παρονομαστής.
Σήμερα, πιστεύει ότι η απομάκρυνση των παιδιών από τις οθόνες είναι αυτονόητη, και παροτρύνει τους γονείς να κρατήσουν τα παιδιά μακριά από smartphones όσο το δυνατόν περισσότερο.
«Ο εγκέφαλος των παιδιών είναι πιο ανεπτυγμένος και ώριμος στα 16», υποστηρίζει. «Και το κοινωνικό τους περιβάλλον —στο σχολείο και στις φιλίες— είναι πολύ πιο σταθερό στα 16 απ’ ό,τι στα 12.»
Αν και συμφωνεί ότι τα δεδομένα σχετικά με την έκθεσε στις οθόνες από τους νέους βασίζονται κυρίως σε αυτοαναφορές, η καθηγήτρια Τγουένγκ υποστηρίζει ότι αυτό δεν αποδυναμώνει τα ευρήματα.
Μια δανέζικη μελέτη του 2024, με 181 παιδιά από 89 οικογένειες, άφησε τη μισή ομάδα να αλληλεπιδράσει με οθόνες μόλις 3 ώρες την εβδομάδα, παίρνοντας τις συσκευές τους για δύο εβδομάδες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η κίνηση αυτή βελτίωσε τα ψυχολογικά συμπτώματα και ενίσχυσε τη κοινωνική συμπεριφορά, αν και οι ερευνητές τόνισαν ότι χρειάζεται περαιτέρω μελέτη.
Δεν βοηθά η απαγόρευση
Μελέτες δείχνουν ότι η απαγόρευση κινητών στα σχολεία δεν φαίνεται να βελτιώνει αισθητά τις σχολικές επιδόσεις ή τη συμπεριφορά των παιδιών.
Ωστόσο, οι επίσημες οδηγίες των κρατικών φορέων παραμένους ασαφείς. Ούτε η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής ούτε το Βασιλικό Κολέγιο Παιδιατρικής και Παιδικής Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνουν συγκεκριμένα χρονικά όρια για τα παιδιά.
Από την άλλη, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά καθόλου χρόνο μπροστά σε οθόνες για παιδιά κάτω του ενός έτους και το πολύ μία ώρα την ημέρα για παιδιά κάτω των τεσσάρων. Αν και όταν διαβάσει κανείς την πολιτική, αυτός ο περιορισμός έχει στόχο να ενθαρρύνει τη σωματική δραστηριότητα.
Το μεγαλύτερο ζήτημα είναι ότι δεν υπάρχει αρκετή επιστημονική τεκμηρίωση για να δοθούν οριστικές συστάσεις. Αυτό έχει οδηγήσει σε διχασμό της επιστημονικής κοινότητας, παρά την ισχυρή κοινωνική πίεση να περιοριστεί η πρόσβαση των παιδιών στις οθόνες.
Και χωρίς ενιαία καθοδήγηση, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργήσουμε άνισες ευκαιρίες: παιδιά που εξοικειώνονται με την τεχνολογία από μικρή ηλικία και άλλα που μένουν πίσω και είναι ενδεχομένως πιο ευάλωτα ως αποτέλεσμα.
Όπως κι αν έχει, το διακύβευμα είναι υψηλό. Αν οι οθόνες πράγματι βλάπτουν τα παιδιά, ίσως χρειαστούν χρόνια για να το επιβεβαιώσει η επιστήμη. Αν όμως τελικά αποδειχθεί ότι δεν βλάπτουν, τότε ίσως έχουμε σπαταλήσει πόρους και ενέργεια προσπαθώντας να τα κρατήσουμε μακριά από κάτι που θα μπορούσε να τους είναι εξαιρετικά χρήσιμο.
Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η τεχνολογία εξελίσσεται ραγδαία: οι οθόνες γίνονται έξυπνα γυαλιά, τα social media μετακινούνται σε μικρότερες και πιο ιδιωτικές κοινότητες, και οι AI βοηθοί χρησιμοποιούνται ήδη για σχολικές εργασίες ή ακόμα και για ψυχολογική υποστήριξη.
Η τεχνολογία είναι ήδη εδώ και εξελίσσεται — είτε την επιτρέψουμε στα παιδιά μας είτε όχι.
