ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 3/6/2025 το Κουαρτέτο Εγχόρδων Αθηνών (ΚΕΑ) έδωσε μια συναυλία με ελεύθερη είσοδο στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή (ΙΒΕΓ), στο Παγκράτι, παρουσιάζοντας έργα στενά συσχετισμένα με τη μουσική ζωή των ΗΠΑ. Το σύνολο αποτελείται από Ελληνες μουσικούς εγχόρδων. Στη συναυλία της 3/6/2025 έπαιξαν μουσικοί προερχόμενοι από κρατικά σύνολα: οι βιολιστές Απόλλων Γραμματικόπουλος και Παναγιώτης Τζιώτης (ΚΟΑ), η βιολίστα Αγγέλα Γιαννάκη (ΕΛΣ) και ο τσελίστας Ισίδωρος Σιδέρης (ΚΟΑ).

Ηταν η πρώτη φορά που παρακολουθήσαμε μουσική εκδήλωση στη συγκεκριμένη αίθουσα και, ομολογουμένως, ο χώρος αυτός καθ’ εαυτός άφησε άριστες εντυπώσεις: σωστές διαστάσεις και άριστη ακουστική για μουσική δωματίου, καλή, σύγχρονη, λιτή αισθητική που λειτουργούσε θετικά, ήρεμο περιβάλλον. Δραστηριοποιούμενο από το 2010 όχι πάντα με την ίδια σύνθεση, το ΚΕΑ εμφανίζεται σε διάφορους χώρους -ΜΜΑ, ΜΜΘ, Μουσείο Ακρόπολης, Παρνασσός κ.λπ.- και είναι, τρόπον τινά, ένας αφανής… χορηγός της εγχώριας μουσικής ζωής από το 2010 καθώς παρουσιάζει ποικίλο ρεπερτόριο. Συνεργάζεται με Ελληνες και ξένους καλλιτέχνες και το ρεπερτόριό του περιλαμβάνει τα σημαντικότερα έργα της φιλολογίας της μουσικής δωματίου, καθώς και έργα Ελλήνων και ξένων συνθετών.

Στις 3/6/2025 το πρόγραμμα ήταν εστιασμένο στις ΗΠΑ. Ξεκίνησε με το «Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 3» του Φίλιπ Γκλας στο οποίο ο διάσημος μινιμαλιστής αξιοποίησε μουσική που συνέθεσε για την ταινία του Πολ Σρέιντερ, «Mishima: A Life in Four Chapters» (1985). Το εξαμερές, περίπου εικοσάλεπτης διάρκειας κουαρτέτο αναπαράγει ακούσματα από την ταινία, διαποτίζοντας το άκουσμα με τις μελαγχολικές, πεισιθάνατες διαθέσεις της ζωής και του έργου του Ιάπωνα υπερεθνικιστή συγγραφέα και ποιητή Γιούκιο Μισίμα (1925-1970).

Γνωστή στους φίλους της μουσικής του Γκλας από την αρκετά πιο εκτεταμένη, δισκογραφική εκδοχή για ορχήστρα του λαμπερού soundtrack της ταινίας, η μουσική προβάλλει εδώ πειθαρχημένα συμπυκνωμένη στη φόρμα του κουαρτέτου εγχόρδων. Ωστόσο η εκφραστική φόρτιση -ή μάλλον το αίτημα για εκφραστική απόδοση- παραμένει επιτακτικό πίσω από τη συνειδητή λιτότητα της γραφής. Σε αυτό ακριβώς το αίτημα φάνηκαν να έχουν πρόβλημα οι τέσσερις Ελληνες μουσικοί. Η εκτέλεση κύλησε μάλλον αδιάφορα και αμήχανα ως ένα αδιαφοροποίητο, επίπεδο ρυθμικό συνεχές. Ελειψαν όλες εκείνες οι μικροδιακυμάνσεις δυναμικής, οι λεπτές μεταπτώσεις στη ρευστότητα του μουσικού ειρμού, οι διακριτικές, τοπικές δόσεις αιχμηρότητας στη διάπλαση της φραστικής. Με άλλα λόγια όλα αυτά που προσδίδουν νόημα στη μουσική του μινιμαλισμού ως αναγωγή/κατάδυση στις θεμελιώδεις ριζώσεις της αρμονίας στο νόημα και στο συναίσθημα.

Αμέσως μετά ακολούθησε το «Αντάτζιο» από το «Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 1» (1935/36) του Σάμιουελ Μπάρμπερ. Το κομμάτι άρχισε να γίνεται διάσημο όταν ο συνθέτης το διασκεύασε για ορχήστρα εγχόρδων (1938) κατόπιν προτροπής του Τοσκανίνι την περίοδο που ο τελευταίος ανέλαβε τη Συμφωνική Ορχήστρα NBC. Στη συνέχεια το «Αντάτζιο» σχετίστηκε στενά με στιγμές πένθους των ΗΠΑ όπως η κηδεία του προέδρου Ρούζβελτ, η δολοφονία του προέδρου Κένεντι αλλά και -αργότερα- μείζονα τραυματικά γεγονότα όπως η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους το 2001. Η πρωτομινιμαλιστικής αισθητικής, λιτή, δωρική γραφή του αποδόθηκε με ακρίβεια αλλά κάπως στεγνά από τους τέσσερις μουσικούς.

Η βραδιά ολοκληρώθηκε με το δημοφιλέστατο καθ’ ότι -αν μη τι άλλο- μελωδικότατο «Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 12, Αμερικανικό» του Αντονίν Ντβόρζακ. O Τσέχος συνθέτης το έγραψε στις ΗΠΑ το 1893, λίγο μετά την ολοκλήρωση της «Συμφωνίας του Νέου Κόσμου». Και τα δύο έργα υποτίθεται ότι δημιουργήθηκαν για να λειτουργήσουν ως πρότυπα του πώς θα μπορούσε να είναι μια αμιγώς -λέγε: εθνικοσχολικού στίγματος- «αμερικανική» μουσική: δηλαδή μια μουσική βασισμένη σε κυρίαρχα εγχώρια ακούσματα, έτσι όπως τα εντόπισε, τα προσέλαβε και τα εκτίμησε ως αντιπροσωπευτικά ο Ευρωπαίος Ντβόρζακ. Εδώ, βεβαίως, οι τέσσερις μουσικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια γραφή που έσφυζε από μελωδία και συναίσθημα, παλλόταν από συνεχείς εναλλαγές και, κυρίως, λειτουργούσε ως ζωντανό μανιφέστο μιας υποδόριας «αμερικανικής» ταυτότητας συγκροτημένης από ήχους, χροιές, αρμονίες και ρυθμούς ποικίλων καταβολών. Το διάσημο κουαρτέτο παίχτηκε με περισσή ζωντάνια και εκφραστική εξωστρέφεια, με απολαυστική πλαστικότητα στη φραστική και απερίφραστη προβολή του μελωδικού στοιχείου.