Η πολιτική της Γερμανίας απέναντι στην Ουκρανία μετά την εισβολή της Ρωσίας είναι μια ιστορία αυτοακύρωσης και αντιφάσεων χωρίς προηγούμενο στη σύγχρονη διπλωματική ιστορία.
Μέσα σε τριάμισι χρόνια η Γερμανία είδε την αξιοπιστία της να καταρρέει, τόσο απέναντι στην Ουάσινγκτον όσο και απέναντι στη Μόσχα.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι τις πρώτες μέρες του πολέμου το Βερολίνο ανακοίνωσε ότι αποστέλλει 5.000 κράνη στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, μια συμβολική χειρονομία που χλευάστηκε από τις ΗΠΑ αλλά και τους άλλους εταίρους του Βερολίνου στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε.;
Η συνέχεια είναι γνωστή: κάθε φορά που ετίθετο θέμα ενίσχυσης του Κιέβου με υπερσύγχρονα οπλικά συστήματα, το Βερολίνο θύμιζε τους κινδύνους κλιμάκωσης της σύγκρουσης και αμέσως μετά ζητούσε την κατάργηση όλων των περιορισμών χρήσης.
Ως αποτέλεσμα της παραπάνω συγκεχυμένης στάσης, Ουάσινγκτον και Μόσχα θεωρούσαν το Βερολίνο αφερέγγυο σύμμαχο και αναξιόπιστο συνομιλητή.
Κορυφαία πράξη που πιστοποιεί ότι η καχυποψία κυριαρχεί στις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας ήταν η απόφαση του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν να ανατιναχτούν οι δύο υποθαλάσσιοι αγωγοί φυσικού αερίου Nord Stream 1 και 2. Το επεισόδιο της επίθεσης στους αγωγούς θυμίζει το τραγικό επεισόδιο του Μερς Ελ Κεμπίρ τον Ιούλιο του 1940 όταν ο Τσόρτσιλ διέταξε τη βύθιση του γαλλικού στόλου για να μην πέσει στα χέρια των Γερμανών.
Η αντιφατική στάση του Βερολίνου απέναντι στο Κίεβο δεν διαμορφώθηκε μετά την εισβολή της Ρωσίας. Από την εποχή της ενοποίησης της Γερμανίας το 1871 υπό τον Μπίσμαρκ μέχρι και σήμερα δύο τάσεις προσδιορίζουν την ατζέντα του Βερολίνου απέναντι στη Μόσχα.
Η πρώτη είναι η στρατηγική της ειρηνικής συνύπαρξης με τη Ρωσία, με τις δύο μεγάλες δυνάμεις της Γηραιάς Ηπείρου να κυριαρχούν στην Ευρασία.
Η δεύτερη είναι η ατζέντα της επέκτασης προς Ανατολάς της επιρροής της Γερμανίας ως συνέχειας της κυριαρχίας στο εμπόριο της Χάνσα υπό την προστασία των Τευτόνων ιπποτών.
Οι αντιφάσεις της στάσης της Γερμανίας απέναντι στη Ρωσία έχουν ιστορικό βάθος αιώνων.
