ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν κάποια στιγμή πήγατε διακοπές στην Πράγα, τη Βαρκελώνη ή τη Σόφια και το αναψυκτικό που αγοράσατε έμοιαζε να διαφέρει γευστικά από αυτό που έχετε συνηθίσει να πίνετε στην Ελλάδα -κι ας ήταν φαινομενικά το ίδιο ακριβώς προϊόν μιας παγκοσμίου φήμης μάρκας- το πιθανότερο είναι πως είχε πράγματι διαφορετική γεύση.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο: ο συναγερμός σήμανε για πρώτη φορά το 2011 από τη Σλοβακική Ενωση Καταναλωτών, όταν εργαστηριακές δοκιμές αποκάλυπταν πως ένα προϊόν μπορεί να φέρει ίδια επωνυμία και ίδια συσκευασία σε διαφορετικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης αλλά να διαφέρει στη γεύση. Τον Μάιο του 2017, ο τότε πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Μπόικο Μπορίσοφ, κάνοντας λόγο για «διατροφικό απαρτχάιντ», συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση για την αντιμετώπιση της ανισότητας των προϊόντων που πωλούνται στην Ε.Ε., ιδίως μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποσχέθηκε αλλαγή. «Δεν μπορεί να υπάρχουν καταναλωτές δεύτερης κατηγορίας σε μια Ενωση ίσων», δήλωνε ο πρόεδρος της Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Ωστόσο, ακόμη και το 2021, το ερευνητικό δίκτυο «Investigative Europe» διαπίστωνε σε έρευνά του ότι δεκάδες φαινομενικά πανομοιότυπα προϊόντα εξακολουθούσαν να διαφέρουν ως προς τους τύπους λαδιού -φοινικέλαιο ή ηλιέλαιο-, τα γλυκαντικά και την περιεκτικότητα σε ζάχαρη, ανάλογα με τη χώρα. Το φαινόμενο είναι γνωστό ως «διπλή ποιότητα» («dual quality»).

Εξαλείφθηκε έκτοτε η διπλή ποιότητα από τα ευρωπαϊκά σούπερ μάρκετ; Δημοσιογράφοι από 12 ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης που συμμετέχουν στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα PULSE, συμπεριλαμβανομένης της «Εφ.Συν.», επισκέφθηκαν δεκάδες σούπερ μάρκετ και τους ιστότοπούς τους στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. για να το διαπιστώσουν. Το συμπέρασμα; Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ χωρών όσον αφορά τα συστατικά, την περιεκτικότητα σε ζάχαρη και τις θερμίδες σε πολύ γνωστά επώνυμα προϊόντα.

Οι διαφορές από την Ισπανία ώς την Τσεχία

Μπορεί να φαίνεται το ίδιο κουτάκι πορτοκαλί Fanta, αλλά οι ετικέτες μαρτυρούν τις διαφορές. Στην Ισπανία, την Αυστρία, τη Γαλλία, τη Δανία, την Ελλάδα και την Ιταλία, το αναψυκτικό περιέχει ζάχαρη. Αλλά στη Βουλγαρία, την Τσεχία και την Ουγγαρία περιέχει σιρόπι φρουκτόζης-γλυκόζης, το οποίο παρασκευάζεται με υδρόλυση αμύλου (από καλαμπόκι ή σιτάρι). Ο συμπυκνωμένος χυμός ποικίλλει επίσης σημαντικά: στην Ουγγαρία η πορτοκαλί Fanta περιέχει μόλις 3% χυμού, στην Τσεχία 5%, στην Ισπανία 8% και στην Ελλάδα 12%.

Ταυτόχρονα τα πατατάκια Doritos φαίνεται ότι είναι πιο αλμυρά στη Ρουμανία και την Τσεχία από ό,τι στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιρλανδία, την Ισπανία και την Ελλάδα. Σε ένα τσεχικό σούπερ μάρκετ, τα Doritos με γλυκό τσίλι έχουν 1,4 γραμμάρια αλάτι ανά 100 γραμμάρια και με τυρί 1,1 γραμμάρια. Στη Ρουμανία, τα Doritos με πιπέρι και μπάρμπεκιου έχουν 1,3 γρ. και αυτά με τυρί 1,1 γρ., όπως και στην Αυστρία (1,1 γρ. για το τυρί). Στην Ελλάδα τα Doritos με τυρί έχουν 0,89 γρ. αλατιού, ενώ με τσίλι 1,1 γρ. Αντίστοιχες τιμές εντοπίζονται στην Ισπανία (στα Doritos tex mex), την Ιρλανδία και τη Γαλλία.

Διαφορές εντοπίστηκαν και σε γιαούρτι Activia με φράουλα και ακτινίδιο -ένα προϊόν που δεν εντοπίζεται στην ελληνική αγορά- όσον αφορά τη ζάχαρη και τις θερμίδες. Ακόμη, σε άλλες χώρες φάνηκε να περιέχει περισσότερες φράουλες, όπως στην Ισπανία με 2,4%, και σε άλλες λιγότερες, όπως στην Πολωνία με 1,6%.

Στην Πολωνία, μόνο μία έρευνα ασχολήθηκε με αυτό το ζήτημα. Το 2018 το πολωνικό Γραφείο Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών, με κονδύλια της Ε.Ε., συνέκρινε 37 προϊόντα από την Πολωνία με τα αντίστοιχα άλλων χωρών. «Εκτοτε, κανείς δεν έχει δώσει συνέχεια στο θέμα, και αυτό είναι κρίμα», λέει χαρακτηριστικά ο Piotr Koluch, πρόεδρος του πολωνικού ερευνητικού Ιδρύματος Pro-Test. Ο ίδιος προσθέτει ότι οι εταιρείες δεν απάντησαν τότε στη μελέτη, αλλά συνήθως προσφέρουν την ίδια εξήγηση: ότι η σύνθεση των προϊόντων εξαρτάται από τις προτιμήσεις των καταναλωτών σε κάθε χώρα. «Για εμάς, αυτό είναι ανοησία. Κανείς δεν θέλει να υποστεί διακρίσεις με λιγότερα φρούτα και περισσότερη ζάχαρη στο γιαούρτι του».

Διαφοροποιήσεις και για λόγους κόστους

«Η ερώτηση είναι αν θέλουμε ένα σταθερό προϊόν σε όλες τις χώρες. Το θέλει η ίδια η αγορά; Θέλουμε να έχουμε το ίδιο προϊόν που διατίθεται στο Βέλγιο, την Ιταλία ή την Ολλανδία;» διερωτάται η Ευσταθία Τσάκαλη, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων του ΠΑΔΑ, με μακρά εργασιακή εμπειρία στη βιομηχανία τροφίμων και ειδικά στον ποιοτικό έλεγχο. Η ίδια εξηγεί: «Για παράδειγμα, μια πορτοκαλάδα γνωστής εταιρείας που δραστηριοποιείται σε διάφορες χώρες της Ευρώπης θα έχει διαφορετικό χρώμα στο Βέλγιο -ένα έντονα αφύσικο πορτοκαλί χρώμα-, που αν το δει ένας Ελληνας θα προβληματιστεί γιατί δεν παραπέμπει οπτικά στην ανοιχτόχρωμη πορτοκαλάδα που έχει συνηθίσει. Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με χώρες της Βόρειας Ευρώπης, παράγουμε πολλές πρώτες ύλες και είμαστε εξοικειωμένοι με την αυθεντική τους μορφή και έτσι οι καταναλωτές ζητούν κάτι πιο κοντά σε αυτήν».

Οι τοπικές γευστικές προτιμήσεις των καταναλωτών σε κάθε χώρα είναι ένας από τους πολλούς παράγοντες, όπως σημειώνει, που οι εταιρείες διαφοροποιούν τα προϊόντα ανά χώρα: «Κάθε εταιρεία προσπαθεί να προσαρμόσει το προϊόν της σε στοιχεία της περιοχής που απευθύνεται. Γιατί κάθε περιοχή έχει δικές της γευστικές προτιμήσεις ανάλογα με την παράδοσή της, τις συνήθειές της, ακόμη και το κλίμα της. Σε κάποιες χώρες βάζουν περισσότερο αλάτι, σε άλλες λιγότερο, γιατί αν το κλίμα της χώρας είναι ζεστό, ο άνθρωπος δεν μπορεί να καταναλώσει πολύ αλάτι».

Αναφερόμενη στο αλάτι, συμπληρώνει πως σήμερα τα έτοιμα προϊόντα έχουν ίσως και διπλάσια περιεκτικότητα σε «κρυφό» αλάτι σε σύγκριση με 50 χρόνια πριν. «Αυτό δεν έγινε σε μια νύχτα. Εγινε σιγά σιγά για να προσαρμοστεί ο καταναλωτής. Ο λόγος ήταν η καλύτερη συντηρησιμότητα των προϊόντων – το αλάτι βοηθά να μη χαλάνε τα τρόφιμα, όπως και η ζάχαρη σε κάποιες περιπτώσεις».

Ταυτόχρονα η κ. Τσάκαλη συμπληρώνει ότι σε πολλές περιπτώσεις καθοριστικός παράγοντας είναι το κόστος. Οπως εξηγεί, «αν μια χώρα δεν έχει παραγωγή ζάχαρης και στηρίζεται αποκλειστικά στην εισαγωγή, ενώ έχει μεγάλη διαθεσιμότητα σε σιρόπι από καλαμπόκι, θα διαλέξουν αυτό για να ενισχύσουν τη γλυκύτητα ενός προϊόντος και έτσι μειώνουν το κόστος προκειμένου να είναι πιο προσιτό οικονομικά στον καταναλωτή».

«Δεν σημαίνει πάντα ότι οι προθέσεις της κάθε εταιρείας είναι κακές, αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και πάντα αθώες» καταλήγει η καθηγήτρια. «Απλώς πρέπει να εντοπίσουμε ποιος από όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαφοροποίηση των προϊόντων ισχύει σε κάθε περίπτωση».

Ζάχαρη… παντού, ο τύπος του γλυκαντικού αλλάζει

Πράγματι, μία από τις πιο σταθερές διαφορές που εντοπίζονται είναι ο τύπος των γλυκαντικών που χρησιμοποιούνται. Για παράδειγμα, η Coca-Cola περιέχει ζάχαρη στην Ισπανία, τη Γαλλία ή την Αυστρία, αλλά στη Βουλγαρία, την Τσεχία και την Ουγγαρία περιέχει σιρόπι γλυκόζης-φρουκτόζης. Ωστόσο, «ακόμη και αν χρησιμοποιούν διαφορετική συνταγή, κανένα από τα συστατικά δεν είναι πιο υγιεινό», δηλώνει η Ingrid Kragl, διευθύντρια στο Foodwatch France. Το σημαντικό είναι «η συνολική ποσότητα ελεύθερων και προστιθέμενων σακχάρων, ανεξάρτητα από τη μορφή».

Στην περίπτωση της Fanta, η περιεκτικότητα σε ζάχαρη και θερμίδες διαφέρει από χώρα σε χώρα. Το ίδιο ισχύει και για την Coca-Cola, η οποία έχει περισσότερη ζάχαρη και περισσότερες θερμίδες στη Βουλγαρία, την Κροατία και την Ουγγαρία. Η Pepsi περιέχει 50% περισσότερη ζάχαρη στην Αυστρία, τη Βουλγαρία, την Ελλάδα, την Πολωνία ή τη Ρουμανία από ό,τι σε άλλες χώρες, με 7 γραμμάρια ζάχαρης και 28 θερμίδες.

Το Foodwatch προειδοποιεί επίσης τους καταναλωτές να εξετάζουν προσεκτικά τα τρόφιμα που φέρουν την ένδειξη «χαμηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη», διότι «μπορεί να έχουν υψηλότερη περιεκτικότητα σε λιπαρά ή αλάτι από άλλα». Ο ΠΟΥ προειδοποιεί ότι η αντικατάσταση των ελεύθερων σακχάρων με τεχνητά γλυκαντικά δεν βοηθάει στον μακροπρόθεσμο έλεγχο του βάρους και αρκετές μελέτες δείχνουν ότι η μακροπρόθεσμη κατανάλωση υποκατάστατων ζάχαρης μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών παθήσεων και θνησιμότητας σε ενήλικες.

Κοιτάζοντας προσεκτικά, ο τύπος του γλυκαντικού διαφέρει από χώρα σε χώρα. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, αν και η ποσότητα ζάχαρης στη Fanta είναι χαμηλότερη από ό,τι σε άλλες χώρες, περιέχει ασπαρτάμη, «η οποία δεν είναι σε καμία περίπτωση καλύτερη», λέει η Ι. Kragl. Η ασπαρτάμη (E-951) είναι 200 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη και έχει χαρακτηριστεί ως «πιθανώς καρκινογόνος» (ομάδα 2Β), αν και η EFSA και άλλοι οργανισμοί τη θεωρούν ασφαλή σε συνήθεις δόσεις, εξηγεί ο δρ Iñaki Elío, διευθυντής του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Atlantic.

Ενα άλλο γλυκαντικό που χρησιμοποιείται στα αναψυκτικά είναι η ακεσουλφάμη Κ (Ε-950), η οποία δεν έχει θερμίδες και δεν αυξάνει τη γλυκόζη του αίματος, καθιστώντας την κατάλληλη για διαβητικούς. Ωστόσο, «μπορεί να αφήσει πικρή επίγευση σε υψηλές συγκεντρώσεις, γι’ αυτό και συνήθως συνδυάζεται με άλλα γλυκαντικά», συνεχίζει ο δρ Elío. Ακόμη, η διυδροχαλκόνη νεοεσπεριδίνης (E-959) είναι έως και 1.800 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη και χρησιμοποιείται για να καλύψει πικρές γεύσεις σε αναψυκτικά και άλλα προϊόντα. Σε πολύ υψηλές δόσεις, μπορεί να προκαλέσει πεπτικές ενοχλήσεις, «αλλά όχι σε κανονικά επίπεδα κατανάλωσης», καταλήγει ο δρ Elío.

«Χαμένοι στη μετάφραση» της ετικέτας

Για τους καταναλωτές, είναι σχεδόν αδύνατο να εντοπίσουν αυτές τις διαφορές ψάχνοντας στα ψιλά γράμματα στην ετικέτα μιας συσκευασίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ενώσεις καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένης της Foodwatch, τάσσονται υπέρ της διατροφικής σήμανσης με χρωματική κλίμακα για όλες τις χώρες της Ε.Ε.

Πρόκειται για σύστημα που έχει υιοθετηθεί μέχρι σήμερα σε 7 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με πράσινες και κόκκινες ενδείξεις που υποδηλώνουν ασφαλή ή λιγότερο ασφαλή συστατικά του προϊόντος στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας. Σύμφωνα με τη Foodwatch, μια τέτοια λύση προτάθηκε από την ίδια την οργάνωση, αλλά δεν ευδοκίμησε το 2010 «λόγω της σθεναρής αντίστασης της βιομηχανίας τροφίμων». Ετσι, προς το παρόν, οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να διαβάζουν τα «ψιλά γράμματα» της ετικέτας στα τρόφιμα.

Τι απαντούν οι εταιρείες και η Ε.Ε.

«Είμαστε αφοσιωμένοι στο να προσφέρουμε ποτά που αγαπούν οι καταναλωτές σε κάθε χώρα στην οποία δραστηριοποιούμαστε», δηλώνει εκπρόσωπος επικοινωνίας της Coca-Cola στην Ευρώπη. «Σε συμμόρφωση με τους εγχώριους και ευρωπαϊκούς κανονισμούς, προσαρμόζουμε τις συνταγές μας ώστε να προμηθευόμαστε τα συστατικά από τοπικές αλυσίδες εφοδιασμού, να ακολουθούμε τους τοπικούς κανονισμούς και σύμφωνα με τα αντίστοιχα προϊόντα σε κάθε αγορά». «Ακολουθούμε τις ίδιες αυστηρές διαδικασίες παγκοσμίως και τα ίδια πρότυπα προϊόντων και συστατικών σε κάθε χώρα που δραστηριοποιούμαστε», πρόσθεσε ο εκπρόσωπος της Coca-Cola.

Στην ιστοσελίδα της Fanta, η εταιρεία εξηγεί τις διαφορές: «Η περιεκτικότητα σε χυμούς μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη χώρα», αναφέρει, σημειώνοντας ότι αυτό «αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τα τοπικά διαθέσιμα παρόμοια προϊόντα και τους τοπικούς κανονισμούς». Συμπληρώνουν μάλιστα ότι εργάζονται για τη μείωση της περιεκτικότητας σε ζάχαρη στα ποτά τους, «οπότε ο συνδυασμός γλυκαντικών και ζάχαρης σε κάθε προϊόν μπορεί να διαφέρει ανά χώρα».

Στον απόηχο των ερευνών που διενεργήθηκαν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισήγαγε τη λεγόμενη Οδηγία Omnibus (2019/2161) για τον εκσυγχρονισμό του δίκαιου της προστασίας των καταναλωτών, η οποία χαρακτήρισε παραπλανητική «κάθε εμπορική προώθηση ενός προϊόντος σε ένα κράτος-μέλος ως πανομοιότυπου με ένα προϊόν που διατίθεται στην αγορά σε άλλα κράτη-μέλη, όταν το εν λόγω προϊόν έχει σημαντικά διαφορετική σύνθεση ή χαρακτηριστικά, εκτός εάν δικαιολογείται από νόμιμους και αντικειμενικούς παράγοντες», εξηγεί η Laura Carrara, Ιταλίδα εμπειρογνώμονας του δικαίου των τροφίμων, η οποία έχει γράψει για τη «διπλή ποιότητα» στην Ε.Ε.

Σημειώνεται ότι μεταξύ 2018 και 2023, η διαφορά μεταξύ των προϊόντων μειώθηκε από 31% σε 24%, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οργάνωση Καταναλωτών (BEUC). Η οργάνωση επικαλείται έρευνα του Κοινού Κέντρου Ερευνών (Joint Research Centre – JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία αξιολόγησε τη σύνθεση και την παρουσίαση 128 επώνυμων τροφίμων σε 19 χώρες της Ε.Ε. Στο 22% των περιπτώσεων, η συσκευασία ήταν ελαφρώς διαφορετική, ενώ στο 9% ήταν ακριβώς η ίδια παρά τη διαφορετική σύνθεση. Δύο χρόνια αργότερα, το 2021, οι διαφορές είχαν μειωθεί κατά 7%. Επιπλέον, στο 50% των προϊόντων που μελετήθηκαν, οι ειδικοί παρατήρησαν διαφορές στη γεύση ή την υφή μεταξύ των εκδόσεων. «Οσο παραμένουν τα νομικά κενά, η πραγματική ισότητα για τους Ευρωπαίους καταναλωτές απέχει ακόμη πολύ», προειδοποιεί η Ευρωπαϊκή Ενωση Καταναλωτών.

Σε σχετική ερώτηση της El Confidencial, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει ότι συνεχίζει να «λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη της το ζήτημα της διπλής ποιότητας στην ενιαία αγορά».

? Το άρθρο αυτό γράφτηκε στο πλαίσιο του προγράμματος PULSE, μιας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας στην οποία συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα στην Ελλάδα η «Εφ.Συν.». Για το ρεπορτάζ συνεργάστηκαν οι Lola García-Ajofrín (El Confidencial, Ισπανία), Nacho Alarcón (El Confidencial, Ισπανία), Fran Sánchez Becerril (El Confidencial, Ισπανία), Data: Ana Somavilla (El Confidencial), Kim Son Hoang (Der Standard, Αυστρία), Krasen Nikolov (Mediapool, Βουλγαρία), Petr Jedlička (Denik Referendum, Τσεχία), Εύα Παπαδοπούλου («Εφ.Συν.», Ελλάδα), Emma Louise Stenholm (Føljeton, Δανία), Gyorgy Folk (HVG, Ουγγαρία), Maria Delaney (The Journal, Ιρλανδία), Lorenzo Ferrari (OBCT, Ιταλία), Justė Ancevičiūtė (Delfi, Λιθουανία), Michal Kokot (Gazeta Wyborcza, Πολωνία), Sebastian Pricop (Hotnews, Ρουμανία), Francesca Barca (Voxeurop, Γαλλία).