Το ύψιστο σημείο, η κορωνίδα, το έπακρο, ο «καβαλάρης»/«κορφιάς» (=το υψηλότερο οριζόντιο δοκάρι της στέγης), το επιστέγασμα, το απόγειο, το αποκορύφωμα. Τα προηγηθέντα συνώνυμα ή ερμηνείες τού (γενικής χρήσης) λήμματος «κολοφώνας» συμπληρώνονται με ακόμη μία χρήση του όρου, προκειμένου να δηλωθεί «το σύντομο υπόμνημα που παρατίθεται στη τελευταία σελίδα του βιβλίου και αναφέρει στοιχεία σχετικά με την έκδοσή του». Ως προς αυτήν την τελευταία σημασία η έρευνα σε εξειδικευμένα λεξικά (ελληνόγλωσσα ή μεταφρασμένα) απέφερε όντως, αν και όχι όλες τις φορές, καρπούς, ενώ το πληρέστερο λήμμα (λόγω προφανώς της χρονολογικά μεταγενέστερης έκδοσης) εντοπίστηκε στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα – Εργα – Ρεύματα – Οροι» (Εκδόσεις Πατάκη, 2007), στο οποίο η πληροφόρηση προχωρά περισσότερο, αφού συσχετίζει, έστω και κάπως αόριστα, τον «κολοφώνα» με το «παρακείμενο» του “σώματος” του βιβλίου. Διότι, επί παραδείγματι, στα λεξικά των J. A. Cuddon και M. H. Abrams υπάρχει μεν ο όρος «κολοφών», δεν υπάρχουν όμως οι όροι του Gérard Genette: παρακείμενο, περικείμενο, επικείμενο.
«Ο κολοφώνας (colophon) παλαιότερα», αναφέρεται στο «Λεξικό Λογοτεχνικών Ορων» του M. H. Abrams (εντός του λήμματος: «σχήμα βιβλίου»), ήταν μια σημείωση στο τέλος του βιβλίου όπου δηλώνονταν στοιχεία όπως ο τίτλος, ο συγγραφέας, ο τυπογράφος και η χρονολογία έκδοσης. Στα σύγχρονα βιβλία ο κολοφώνας βρίσκεται συνήθως στο μπροστινό μέρος, στη σελίδα του τίτλου, και μάλιστα έχει επικρατήσει να σημαίνει το χαρακτηριστικό σήμα ενός εκδοτικού οίκου» (ακριβώς αυτή τη σύγχρονη εκδοχή υιοθετεί το «Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας λογοτεχνίας» του J. A. Cuddon). Στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας δίνονται λεπτομερέστερα στοιχεία ως προς τα περιεχόμενα του «κολοφώνα» καθεαυτόν, ενώ προστίθενται τα σχετικά αφ’ ενός με την αρχική χρήση της εν λόγω αρχαιοελληνικής λέξης στην πρώτη εποχή του έντυπου βιβλίου και αφ’ ετέρου με τη χρήση της ή, μάλλον, με τη σταδιακή αντικατάστασή της στη σύγχρονη ελληνική βιβλιοπαραγωγή από τη «σελίδα ταυτότητας» ή «σελίδα των πνευματικών δικαιωμάτων» (συνήθως είναι μία εκ των πρώτων αριστερών σελίδων ενός βιβλίου). Πέραν του «τυποποιημένου χαρακτήρα» και του «επιγραμματικού ύφους» (τα οποία ωστόσο δεν ισχύουν πάντοτε και τουλάχιστον όχι για τους παρουσιαζόμενους στην ανά χείρας έκδοση), στο τέλος το εξειδικευμένο λεξικογραφικό λήμμα περιλαμβάνει παραπομπές στον «κολοφώνα» ως αντικείμενο μελέτης των κλάδων της Εκδοτικής και της Βιβλιολογίας αλλά και της σύγχρονης Θεωρίας της Λογοτεχνίας.
Αυτή η τελευταία παραπομπή αφορά βέβαια τον Gérard Genette και την έρευνά του για το «Παρακείμενο», (για) το άθροισμα δηλαδή των «Περικειμενικών» (περικάλυμμα και εξώφυλλα, όνομα συγγραφέα, τίτλος βιβλίου, σελίδα του τίτλου, Πρόλογος, Επίλογος, Αφιέρωση, μότο, τίτλοι κεφαλαίων, υποσημειώσεις, αν υπάρχουν, και γενικά ό,τι πλαισιώνει το κυρίως κείμενο) και των «Επικειμενικών» (συγγραφικές δηλώσεις/αναφορές, συνεντεύξεις, συζητήσεις, επιστολές, ημερολόγια, προφορικές εκμυστηρεύσεις που τουλάχιστον αρχικά βρίσκονται εκτός βιβλίου) στοιχείων, τα οποία στο σύνολό τους συνιστούν δυνάμει Σχόλιο/Σχόλια (πάνω στο κυρίως κείμενο) προερχόμενα είτε από τον/την ίδιο/ίδια τον/τη συγγραφέα, είτε από τον/την εκδότη/εκδότρια, είτε από κάποιον/κάποιαν άλλον/άλλην. Ανήκων στο εκδοτικό (όχι στο συγγραφικό) «παρακείμενο», και δη στο «περικείμενο», ο κολοφώνας φωτίζει με το δικό του ιδιαίτερο φως το έντυπο «προϊόν», καταγράφοντας τις συνθήκες και τα «υλικά παρασκευής» του και άρα σχετιζόμενος άμεσα και δεσμευτικά(;) με την πραγματιστική/εμπορική διάσταση του εκάστοτε βιβλίου. Πρόκειται όμως τωόντι για μια αυστηρή, ιστορικά καθορισμένη σύνδεση με την ψυχρή υλική παραγωγή, για μια δέσμευση αποξενωμένη/απομακρυσμένη από τη θερμότητα της πνευματικής (ή της χειρωνακτικής} εργασίας;
Αρκούν μόλις λίγες γραμμές από το δοξαστικό «Προλόγισμα» του δικηγόρου, συγγραφέα και μεταφραστή αλλά, κατά κύριο λόγο, του αφιερωμένου με πάθος στην τυπογραφική-βιβλιοδετική καλλιτεχνία Α. Κ. Χριστοδούλου, όχι μόνο για να πείσουν περί του αντιθέτου, αλλά και για να διαβεβαιώσουν περί του βαρύνοντος ρόλου που παίζει «η μνήμη της τελευταίας σελίδας» στην ύπαρξη καθεαυτήν ενός βιβλίου και επιπλέον στον διάλογο που αυτό ανοίγει με το αναγνωστικό (επαγγελματικό ή μη) κοινό του. Υποστηρίζει δηλαδή ο Α. Κ. Χριστοδούλου ότι ο «αρχιμάστορας» Γιάννης Μαμάης έχει συνειδητοποιήσει τη στενή σχέση που συνδέει τον/τη συγγραφέα και το έργο του/της από τη μια, με τον τυπογράφο και την τέχνη του από την άλλη και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να αποδίδει με τους κολοφώνες του (για του λόγου το αληθές δείτε στο επόμενο, δεύτερο μέρος του παρόντος άρθρου τα σχετικά με τη διαίρεση της ύλης του ανά χείρας πονήματος) «φόρο τιμής και στην ουσία των βιβλίων. Γιατί η εικαστική επένδυση κάθε νέου κολοφώνα, στη δική του σκέψη τουλάχιστον, δεν είναι άσχετη με το περιεχόμενο του βιβλίου […] που πέρασε από τα μάτια του» και το οποίο «δεν γίνεται να μην άφησε μέσα του ίχνη. Κάποια […] υλοποιήθηκαν μοιραία, υποσυνείδητα ίσως, μέσ’ από τα χρώματα και τα σχήματα των κολοφώνων του».
Η ένταξη του κολοφώνα, όταν αυτός υπάρχει και εφόσον διαθέτει τα προσόντα ενός δυνάμει Σχολίου αφορώντος το κυρίως κείμενο, στο επίσημο (δηλαδή στο αναγνωρισμένο και αποδεκτό ως τέτοιο) περικείμενο ενός βιβλίου, θα σήμαινε και την υιοθέτηση της «μνήμης της τελευταίας σελίδας» ως αντικειμένου έρευνας, επιδεχόμενου ανάλυση από τα αρμόδια αφηγηματολογικά εργαλεία, όπως γίνεται με το σύνολο του Παρακειμένου εν γένει. Ιδωμεν. Ωστόσο ο κολοφώνας δεν υφίσταται μόνο ως λεκτικό κείμενο…
_2-980x551.jpg)