ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θεωρώντας εξαιρετικά επίκαιρο, στις μέρες μας, το θέμα της έκθεσης «Living with radiation», επικοινωνήσαμε με την Ελληνίδα ιστορικό της επιστήμης Μαρία Ρεντετζή, η οποία όχι μόνο σχεδίασε και οργάνωσε αυτή την έκθεση, αλλά και συνέλεξε το πλούσιο ιστορικό υλικό (κειμενικό και φωτογραφικό) σε ένα βιβλίο-κατάλογο, η αγγλόφωνη εκδοχή του οποίου διατίθεται ήδη από το βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Στην πρότασή μας να παρουσιάσει στην «Εφ.Συν.» τους στόχους αυτής της έκθεσης, η Μαρία Ρεντετζή απάντησε αμέσως θετικά, και από τις συζητήσεις μας προέκυψε η συνέντευξη που ακολουθεί.

● Από 12 Ιουνίου μέχρι 31 Αυγούστου οργανώσατε μια έκθεση με τίτλο «Ζώντας με τη ραδιενέργεια». Ποιες ήταν οι προτεραιότητες που θέσατε όταν σχεδιάζατε την έκθεση και πώς αυτές αποτυπώνονται αφενός στο πλούσιο (και το σπάνιο) φωτογραφικό υλικό που επιλέξατε και αφετέρου στα κείμενα που γράψατε ως σχόλια για αυτό το πολύ επίκαιρο υλικό;

Η έκθεση πραγματοποιείται στο πλαίσιο ενός μεγάλου ερευνητικού προγράμματος, χρηματοδοτούμενου από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ερευνας (ERC Consolidator Grant). Αντικείμενό του είναι ο ρόλος του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) στη διαμόρφωση των πολιτικών και πρακτικών προστασίας από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες στην πολιτικά ταραγμένη περίοδο που ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πώς ένας κατεξοχήν διπλωματικός οργανισμός, όπως ο ΔΟΑΕ, κατάφερε να παραγκωνίσει διεθνείς επιστημονικούς φορείς κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και να επιβληθεί παγκοσμίως στον τομέα της ακτινοπροστασίας; Αν θέλετε, πώς η διπλωματία κατάφερε να ελέγξει την επιστήμη και να κανονικοποιήσει τη χρήση των πυρηνικών τεχνολογιών σε όλο το φάσμα τους, ιατρικό, στρατιωτικό, βιομηχανικό;

Αυτό αποτέλεσε το κεντρικό μου ερώτημα και η προτεραιότητα επομένως δεν ήταν άλλη από μια περιεκτική ιστορία των τρόπων με τους οποίους καταλήξαμε να ζούμε με τη ραδιενέργεια σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι η έκθεση, στο αρχικό στάδιο του προγράμματος, είχε σχεδιαστεί ως μέσο μιας ζωντανής αποτύπωσης της «κειμενικής ιστορίας» (textual history), που θα βασιζόταν στην πρόσβασή μου σε αρχεία και ντοκουμέντα της εποχής. Ωστόσο, στην πορεία της έρευνας, η έκθεση απέκτησε «τη δική της ζωή», πέρασε από το στάδιο της «αποτύπωσης» σε αυτό της οπτικής ιστορίας (visual history) με τη δική της απεριόριστη δυναμική –τη δυναμική της εικόνας– που ξεπερνά τα όρια του κειμένου.

Είχα την τύχη να ανακαλύψω σε ανεξερεύνητα αρχεία ανά τον κόσμο εικόνες που, αναπάντεχα και εξαιρετικά άμεσα, συνέδεαν κομμάτια του ιστορικού παζλ τα οποία οι γραπτές πηγές δεν μπορούσαν να προσφέρουν. Οι έγχρωμοι, σχεδόν γυμνοί και χωρίς ίχνος προστασίας ανθρακωρύχοι στα ορυχεία του Σικολόμβε (Shinkolobwe), στο Βελγικό Κονγκό της δεκαετίας του 1950, ρίχνουν φως στην εικόνα του πληγωμένου χεριού του φυσικού Χάρι Ντάγκλιαν (Harry Daghlian) που εκτέθηκε σε υψηλή ακτινοβολία κατά την προσπάθειά του να συμβάλει στη δημιουργία της ατομικής βόμβας στα αμερικανικά εργαστήρια το 1945. Ηταν η εποχή που οι Βέλγοι αποικιοκράτες στο Κονγκό υπέβαλαν τους Κογκολέζους σε καταναγκαστική εργασία στα ορυχεία προκειμένου να προμηθεύσουν το απαραίτητο ουράνιο στις ΗΠΑ. Οι ίδιες εικόνες μάς καλούν σήμερα να αναρωτηθούμε για τις σύγχρονες συνθήκες εξόρυξης ουρανίου σε χώρες της Αφρικής για την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, την οποία πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Ενωση κατέταξε στις βιώσιμες μορφές παραγωγής ενέργειας.

● Γιατί όμως, στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, νιώσατε την ανάγκη μιας ιστορικής ανασυγκρότησης της επιστήμης και της τεχνολογίας ραδιενέργειας; Θεωρείται ότι, στις μέρες μας, συντελείται μια σημαντική αλλαγή στη σχέση των ανθρώπων με αυτή τη «σκοτεινή» τεχνολογία;

Ομολογώ ότι κινήθηκα μέσα από μια προσωπική ανάγκη, που μας γυρίζει σαράντα χρόνια πίσω, στο πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ. Τότε που η ραδιενεργή βροχή πότιζε τα χωράφια της βόρειας Ελλάδας και μόλυνε τον αέρα που αναπνέαμε στον τόπο όπου μεγάλωσα. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο πατέρας μου διαγνώστηκε με λευχαιμία – σε μια ηλικία τόσο προχωρημένη, που το γεγονός φάνηκε εντελώς παράξενο στα μάτια των δικών του ανθρώπων. Οταν ρώτησα τον γιατρό του πώς είναι δυνατόν, η απάντηση ήρθε αβίαστα: «Τα ποσοστά λευχαιμίας στην περιοχή μας είναι αυξημένα, αν και δεν υπάρχουν στατιστικές έρευνες να το αποδείξουν. Το ξέρουμε από εμπειρία και προφανώς σχετίζονται με το πυρηνικό ατύχημα».

Εχτισα την πανεπιστημιακή μου καριέρα μέσα από έρευνες στην ιστορία της ραδιενέργειας, προσπαθώντας να απαντήσω στο ίδιο πάντα ερώτημα: Πώς καταλήξαμε να ζούμε με τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες με τον τρόπο που το κάνουμε σήμερα; Πώς, για παράδειγμα, από τη θριαμβευτική ανακάλυψη του ραδίου από τη Μαρί Κιουρί και τη χρήση των ακτίνων Χ στην Ιατρική, φτάσαμε σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της βιομηχανικής ιστορίας της μεσοπολεμικής Αμερικής – αυτό των γυναικών που έβαφαν τους δείκτες των ρολογιών με ραδιούχα μπογιά και έγλειφαν τα πινέλα τους για να επιταχύνουν την εργασία, με αποτέλεσμα τους φριχτούς θανάτους τους από δηλητηρίαση ραδίου; Πώς ό,τι εσείς ονομάζετε «σκοτεινή» τεχνολογία –εγώ θα την έλεγα απολύτως «διαυγή», με την έννοια ότι γνωρίζουμε πια πάρα πολύ καλά πώς επιδρά στο ανθρώπινο σώμα και στο περιβάλλον– επανέρχεται ως πολλά υποσχόμενη λύση στο ενεργειακό πρόβλημα του πλανήτη;

Πράγματι, βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθιά, ριζική αλλαγή όσον αφορά την αντίληψη για τα πυρηνικά. Ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος θεμελιώθηκε στην προσπάθεια σαφούς διαχωρισμού μεταξύ των ειρηνικών και των στρατιωτικών χρήσεων της πυρηνικής ενέργειας και των σχετικών τεχνολογιών, ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε με τον πιο κραυγαλέο τρόπο την ασάφεια αυτών των ορίων. Διόλου τυχαία, μία από τις πρώτες κινήσεις των ρωσικών δυνάμεων ήταν η κατάληψη του πυρηνικού εργοστασίου του Τσερνόμπιλ και, στη συνέχεια, της Ζαπορίζια. Οι πυρηνικοί αντιδραστήρες έχουν σχεδιαστεί για την παραγωγή ενέργειας και τη χρήση της σε καιρό ειρήνης· ωστόσο, ο πόλεμος κατέδειξε πόσο εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε στρατιωτικούς στόχους – και κατ’ επέκταση, σε μία από τις μεγαλύτερες στρατηγικές αδυναμίες μιας χώρας σε εμπόλεμη κατάσταση.

Επίσης, μια ερώτηση που μέχρι πρότινος έμοιαζε αδιανόητη –«Θα χρησιμοποιηθούν ξανά πυρηνικά όπλα σε επικείμενο πόλεμο;»– έγινε για πρώτη φορά πραγματικά πιθανή. Ο πρόσφατος βομβαρδισμός των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν αποδεικνύει περίτρανα πως η ιστορική γνώση και η συλλογική μνήμη αφήνουν αδιάφορους τους ισχυρούς του κόσμου.

● Ωστόσο πώς νομιμοποιείται, σήμερα, η στρατιωτική-πολεμική και η βιοπολιτική εκμετάλλευση μιας τόσο καταστροφικής και δυσεξέλεγκτης τεχνολογίας; Μήπως, η ευρύτατη χρήση της ραδιενέργειας τόσο ως διαγνωστικό και θεραπευτικό ιατρικό εργαλείο όσο και ως μια δυνητικά αστείρευτη πηγή ενέργειας, λειτουργεί αφενός ως δικαιολογία για περαιτέρω ανάπτυξη τέτοιων επισφαλών τεχνολογιών και αφετέρου ως νομιμοποίηση για τις ιδιαίτερα καταστροφικές διεθνείς πολιτικές του πυρηνικού ανταγωνισμού;

Δεν νομιμοποιείται, δεν θα έπρεπε να νομιμοποιείται η επαναφορά του πυρηνικού κινδύνου. Ετοιμάζοντας τον κατάλογο της έκθεσης, ήρθα σε επαφή με το Μουσείο της Χιροσίμα και ταυτόχρονα ανέσυρα από τη βιβλιοθήκη μου μια έκδοση που ανακάλυψα όταν επισκέφτηκα το μουσείο πριν από μερικά χρόνια. Υπάρχουν πολλές εικόνες που αναδεικνύουν τη φρίκη του βομβαρδισμού της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, γεγονότων που φέτος, δυστυχώς, συμπληρώνουν ογδόντα χρόνια. Ανθρώπινα σώματα σε ζωντανή αποσύνθεση – αν μπορεί κανείς να περιγράψει έτσι τις διαμελισμένες σάρκες και το αποκολλημένο δέρμα των θυμάτων. Ωστόσο, η εικόνα που επέλεξα για την έκθεση και τον κατάλογο είναι αυτή του φορέματος της Setsuko Ogawa, μιας 20χρονης Γιαπωνέζας που βρέθηκε στα 800 μέτρα από το επίκεντρο της έκρηξης. Το φόρεμα είναι ό,τι απέμεινε από αυτήν: ένα ανύπαρκτο σώμα (βλ. τη σχετική φωτ.).

Η ενοχή των Αμερικανών μετά το τέλος του πολέμου, σε συνδυασμό με την ανάγκη οικονομικής εκμετάλλευσης ενός επιστημονικού «θαύματος», οδήγησε στην εκκίνηση του προγράμματος του Αϊζενχάουερ, «Ατομα για την Ειρήνη», και στη φρενήρη παγκόσμια ανάπτυξη της πυρηνικής τεχνολογίας στους τομείς της ιατρικής και της ενέργειας από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και μετά.

Ο ΔΟΑΕ ιδρύθηκε το 1957 με μια διπλή –και βαθιά αντιφατική– δέσμευση: τον έλεγχο αλλά και την προώθηση της πυρηνικής ενέργειας. Την ανάπτυξη των ειρηνικών εφαρμογών της, αλλά και τον περιορισμό της στρατιωτικής χρήσης της. Παραδόξως, το ένα τροφοδότησε το άλλο. Η υπόσχεση για ανάπτυξη και αποαποικιοκρατικοποίηση της Αφρικής οδήγησε στην ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευση των πόρων της σε ραδιενεργά υλικά. Τα πυρηνικά εργοστάσια παρήγαν απόβλητα μη διαχειρίσιμα· οι πυρηνικές δοκιμές των δεκαετιών του 1960 και του 1970 δημιούργησαν σοβαρά γεωπολιτικά προβλήματα. Η χρήση ραδιοϊσοτόπων στην Ιατρική ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο την έμφυλη και ιεραρχική οπτική της Δύσης απέναντι σε ιθαγενείς, έγχρωμους, απέναντι στο «άλλο» και το διαφορετικό. Μια ατέρμονη, σισύφεια προσπάθεια ελέγχου, κανονικοποίησης και προστασίας νομιμοποίησε το αδιανόητο. Και, δυστυχώς, το ίδιο επιχειρείται και σήμερα.

● Ο όρος «επιστημονική διπλωματία» περιγράφει τις περίπλοκες –δηλαδή ταυτοχρόνως ανταγωνιστικές και συνεργατικές– διεθνείς σχέσεις της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης με την πλανητική πολιτική εξουσία. Η έκθεση για τη ραδιενέργεια που διοργανώσατε αποτελεί μια σαφή ιστορική αποτύπωση των δυνατοτήτων αλλά, αν δεν κάνω λάθος, και μια καταγγελία των εγγενών ιστορικών, γνωστικών και γεωπολιτικών ορίων της επιστημονικής διπλωματίας. Πέρα από την καλλωπιστική προπαγάνδα υπέρ των τεχνολογιών της ραδιενέργειας, ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητες κοινωνικού ελέγχου των εφαρμογών της;

Η υπόσχεση του ερευνητικού έργου –και της έκθεσης που βασίστηκε σε αυτό– ήταν η ανάδειξη μιας «διπλωματικής στροφής» στην ιστορία των επιστημών. Αν κάτι προέκυψε από την έρευνά μου, είναι ότι η πλειονότητα των ιστορικών της επιστήμης για την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου επικεντρώθηκε στη σχέση μεταξύ πολιτικής και επιστήμης, παραμελώντας την εργαλειακή χρήση της επιστήμης –κυρίως της ατομικής φυσικής– από τη διπλωματία και τις διεθνείς σχέσεις της εποχής.

Για μένα, η έκθεση δεν αποτελεί καταγγελία των ορίων της «επιστημονικής διπλωματίας» – όρος που, όχι τυχαία, έχει αποδειχθεί εξαιρετικά «καυτός» στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Αποτελεί, θα έλεγα, μια οπτική ιστορία των διαφορετικών υφάνσεων της περίπλοκης σχέσης μεταξύ επιστήμης και διπλωματίας. Για να είμαι ακριβής, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν υφίσταται επιστήμη χωρίς διπλωματία και αυτό αναδεικνύει κυρίως το τελευταίο κομμάτι της έκθεσης και του καταλόγου της.

Ενώ, για παράδειγμα, συζητούμε επανειλημμένα το Διεθνές Συνέδριο για τις Ειρηνικές Χρήσεις της Πυρηνικής Ενέργειας που οργανώθηκε από τα Ηνωμένα Εθνη, με αμερικανική πρωτοβουλία, στη Γενεύη τον Αύγουστο του 1955, ξεχνάμε σχεδόν ολοκληρωτικά το Συνέδριο του Μπαντούνγκ, που είχε προηγηθεί μερικούς μήνες νωρίτερα στην Ινδονησία. Εκεί, αφρικανικά και ασιατικά κράτη, διεκδικώντας το τέλος της αποικιοκρατίας, συζητούν παράλληλα και τον έλεγχο των πυρηνικών.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κοινωνικός έλεγχος των πυρηνικών τεχνολογιών μοιάζει αδύνατος. Ωστόσο, παραμένει η βασική, κυρίαρχη απαίτηση των κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του 1980, όπως και το σταθερό αίτημα των ακτιβιστών προς τον ΔΟΑΕ στα τέλη του 20ού αιώνα. Γνωρίζοντας την ιστορία, το ερώτημα που τίθεται επειγόντως –και που εσείς εύλογα μου θέτετε– είναι εκείνο στο οποίο δεν μπορώ να δώσω απάντηση, αν και εξακολουθώ να διατηρώ μια μεγάλη ελπίδα: Είναι εφικτός, τελικά, ο κοινωνικός έλεγχος αυτών των τεχνολογιών;

ℹ️ Η Μαρία Ρεντετζή κατέχει την έδρα Σπουδών στην Επιστήμη, Τεχνολογία και Φύλο, στο Friedrich-Alexander-Universität Erlangen-Nürnberg (FAU). Σπούδασε φυσική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Απέ­κτησε μεταπτυχιακό τίτλο στην Ιστορία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και διδακτορικό στις Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας από το Virginia Tech στις ΗΠΑ. Εχει διατελέσει υπότροφος και προσκεκλημένη ερευνή­τρια στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ για την Ιστορία της Επιστήμης (MPIWG), καθηγήτρια Silverman στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και υπότροφος Lise Meitner του Αυστριακού Επιστη­μονικού Ιδρύματος (FWF). Το έργο της έχει αναγνωριστεί με πολλά διεθνή βραβεία. Είναι ενεργό μέλος του Συμβουλίου της History of Science Society, αντεπιστέλλον μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας Ιστορίας της Επιστήμης και μέλος του συμβουλίου της IUHPST/DHST. Από το 2013 έως το 2021 διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής για το Φύλο και τις Γυναίκες στις Επιστήμες του IUHPST/DHST, ενώ την περίοδο 2017-2018 διετέλεσε επιστημονική σύμβουλος για θέματα επιστημονικής διπλωματίας στον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας. Σήμερα είναι υπεύθυνη διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο FAU. Περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση: https://livingwithradiation.eu και https://hrp-iaea.org