Η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως προέδρου των ΗΠΑ επανέθεσε, πιο εμφατικά από ποτέ, το θέμα της άμυνας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι οποίες ακολούθησαν –αρχικά με τον πολλαπλώς άστοχο τίτλο «RearmEU»– σχολιάστηκαν με πολλούς τρόπους. Ορισμένα σχόλια αφορούσαν την επάρκεια, άλλα τη δυνατότητα υλοποίησης, άλλα το κόστος και, βεβαίως, άλλα το επιθυμητό του πράγματος, αφού υπάρχει πάντα το φιλοατλαντικό μπλοκ εντός της Ε.Ε. το οποίο διαχρονικά αναμετράται με όσους πιστεύουμε σε μια Ε.Ε. με τη δική της ξεκάθαρη φωνή και στρατηγικά αυτόνομη παρουσία στις διεθνείς σχέσεις.
Εκτός από την επισήμανση ότι, παρά τον τίτλο τους, οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν αφορούν την Ε.Ε. ως πολιτεία αλλά σχεδόν αποκλειστικά τα μεμονωμένα κράτη-μέλη της, δεν έχουμε σκοπό, στο σύντομο αυτό σημείωμα, να μπούμε στην ουσία των προτάσεων αυτών. Το επιχείρημά μας αφορά τη μέθοδο και αντλείται από την ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: όποτε οι ηγεσίες των κρατών-μελών της προτίμησαν την κατά μόνας δράση ως απάντηση σε σημαντικές κρίσεις, αργά ή γρήγορα αναγκάστηκαν να ανακρούσουν πρύμναν και να υιοθετήσουν συλλογικές λύσεις που και αποτελεσματικότερες υπήρξαν και το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πήγαν μπροστά.
Δύο παραδείγματα υποστηρίζουν την άποψή μας. Το πρώτο προέρχεται από τη δεκαετία του 1970, όταν η Ευρώπη προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση που την έπληξε (όπως και ολόκληρη τη Δύση) ως συνέπεια της πετρελαϊκής κρίσης. Παρότι λιγότερο από μία δεκαετία νωρίτερα τα κράτη-μέλη τής (τότε) ΕΟΚ είχαν κάνει ένα μεγάλο άλμα στο πεδίο της οικονομικής ολοκλήρωσης με τη διαμόρφωση της τελωνειακή ένωσης (προστάδιο της εσωτερικής αγοράς), το ρεφλέξ του ατομισμού επικράτησε αρχικά με αποτέλεσμα εθνικές πολιτικές στη βάση ενός νεο-προστατευτισμού απέναντι στον ευρωπαϊκό και διεθνή ανταγωνισμό. Οταν οι πολιτικές αυτές αποδείχτηκαν κραυγαλέα αναποτελεσματικές –και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέκτησε εμπνευσμένο ηγέτη, δηλ. τον Ζακ Ντελόρ– τα κράτη-μέλη έκαναν αυτό που έπρεπε και δη συντεταγμένα (κι όχι ως άθροισμα μελών) με την εμβάθυνση και τη διεύρυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (εσωτερική αγορά, περιφερειακή πολιτική, συνέχιση του εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος της Ενωσης κ.λπ.).
Το δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από την πιο πρόσφατη ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και αφορά την πανδημία. Και πάλι το αρχικό ρεφλέξ πολλών κρατών-μελών εστίασε στη λήψη μέτρων κατά μόνας, όπως το κλείσιμο των συνόρων, οι περιορισμοί στην κυκλοφορία εμπορευμάτων όπως υγειονομικό υλικό κ.λπ. και βέβαια στην αρχική παροχή οικονομικής βοήθειας στις επιχειρήσεις σε εθνική βάση, από όποιο κράτος το μπορούσε – οι υπόλοιποι, και ιδιαίτερα τα υπερχρεωμένα κράτη όπως η Ιταλία και η Ελλάδα, μπορούσαν να ζητήσουν δάνεια από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Πολύ γρήγορα, όμως, τόσο οι εικόνες από το Μπέργκαμο, όσο και η πίεση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, οδήγησαν ακόμα και την Ανγκελα Μέρκελ να αλλάξει στάση. Δεν είχε κανένα νόημα να ξοδευτούν χρήματα στη στήριξη των επιχειρήσεων των οικονομικά ισχυρών αν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά των ασθενέστερων κρατών-μελών δεν είχαν τη δυνατότητα να απορροφήσουν αυτά τα αγαθά και τις υπηρεσίες. Ετσι γεννήθηκε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, βασισμένο σε κοινό δανεισμό από την Ε.Ε. (και όχι διμερή, διακρατικά δάνεια), για να δώσει κυρίως επιχορηγήσεις (390 δισ.) και λιγότερο φτηνά δάνεια (360 δισ.), στη βάση κοινών προτεραιοτήτων (πράσινη και ψηφιακή μετάβαση) κι όχι όπως καθένας ήθελε. Λειτούργησε, δηλαδή, η Ε.Ε. ως ενιαίος παίκτης που αντιμετώπιζε μια κρίση η οποία έχρηζε κοινής απάντησης.
Ετσι και τώρα, με την πίεση του πολέμου στην Ουκρανία και τη νέα προεδρία Τραμπ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε μια πρωτοβουλία και εξέδωσε τη Λευκή Βίβλο για την Αμυνα της Ε.Ε. – Ετοιμότητα 2030, το στρατηγικό, δηλαδή, σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας έως το 2030. Στην ουσία πρόκειται για μέτρα διευκόλυνσης του δανεισμού των κρατών-μελών με τη δημιουργία ενός χρηματοδοτικού εργαλείου, που θα εξασφαλίσει α. δάνεια ύψους 150 δισ. ευρώ για την υποστήριξη στρατηγικών αμυντικών επενδύσεων με βάση εθνικά σχέδια και β. την ενεργοποίηση της εθνικής «ρήτρας διαφυγής» του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που θα επιτρέψει στα κράτη-μέλη να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες χωρίς να παραβιάζουν τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε. (υπολογίζεται ότι θα εξασφαλίσει δημοσιονομικό χώρο 600+ δισ. ευρώ). Ηδη υπερχρεωμένες χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία δεν προτίθενται να κάνουν χρήση των παραπάνω διευκολύνσεων. Απομακρύνεται και πάλι η προοπτική του κοινού δανεισμού για την ανάπτυξη αμιγώς ευρωπαϊκών αμυντικών συστημάτων.
Μένει να φανεί αν θα ισχύσει και στο ζωτικό (και ταυτοτικό) θέμα της άμυνας το παλαιό ρητό που λέει ότι «όποιος δεν μαθαίνει από τα λάθη του, είναι καταδικασμένος να τα επαναλάβει».
*Καθηγητής
**Ομότιμος καθηγητής, Εδρες Jean Monnet, Πάντειο Πανεπιστήμιο
