Γνώση και πρόοδος είναι τα χαρακτηριστικά του. Ο Γιάννης Μετζικώφ είναι δημιουργός μιας νέας σχολής, μιας εποχής, μιας τεχνοτροπίας.
Μια φόδρα, ένα σιρίτι, ένα απλό ύφασμα τα επεξεργάζεται, τα αγιάζει, τους δίνει μορφή, αισθητική και τεχνική. Ο πόθος και το πάθος του είναι να αποδώσει ελεύθερα τα ταλέντα του. Το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου τον ανακήρυξε διδάκτορα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Η τελετή έγινε στο Ναύπλιο και η ομιλία του ήταν καθηλωτική, συγκινητική.
Νωρίτερα είχε μιλήσει στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου στους φοιτητές, με λόγο αστείρευτο, λυρικό, αληθινό.
Παραθέτουμε ένα απόσπασμα της ομιλίας του από την επιτιμοποίησή του:
«Τότε που ήμουν φοιτητής, πριν από χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών, εκεί στην Πατησίων, θυμάμαι που δουλεύαμε γλυπτό από πηλό. Ημασταν όλοι γύρω από ένα γυμνό μοντέλο που έστεκε μπροστά μας πάνω σ’ ένα βάθρο. Ηταν γιορτές και την ημέρα που ήταν να σταματήσουμε, βρέξαμε όλοι μας τα μισοτελειωμένα έργα για να μη σκάσει ο πηλός και τα σκεπάσαμε με νάιλον, να κρατηθεί η υγρασία μέσα μέχρι να γυρίσουμε. Εγώ βρήκα και το σκέπασα μ’ ένα νάιλον πολύ λεπτό, των μπογιατζήδων όπως λέμε.
Οταν μετά από δύο βδομάδες ξαναγύρισα με περίμενε κάτι παράδοξο, μια έκπληξη. Το νάιλον είχε κολλήσει πάνω στον πηλό τυχαία και περίτεχνα κι έμοιαζε μ’ ένα αλλόκοτο, ονειρικό θεατρικό κοστούμι που έντυνε ένα ακρωτηριασμένο πήλινο κορμί. Η άχνα του νερού που εξατμίστηκε είχε αφήσει πάνω του σχήματα και ασπράδες που το έκαναν να μοιάζει θολό, παράδοξο και εξαϋλωμένο.
Από τα χρόνια εκείνα και για δεκαετίες μέχρι σήμερα, η εικαστική μου αναζήτηση συχνά σκοντάφτει, με ξαφνιάζει και με διαφοροποιεί με την παρέμβαση του τυχαίου.
Κι αυτό συμβαίνει γιατί οι επιλογές δραματικών, θεατρικών υλικών έχουν τη δική τους γλώσσα και ξαφνικά καθορίζουν κάτι άλλο που δεν το περιμένεις, που το πρωτοβλέπεις σαν μια ανατροπή, σαν μια παράξενη έκπληξη.
Με αυτήν την έννοια, όπως και με τη χρήση διαφόρων επιλεχθέντων στοιχείων, υλικών δηλαδή που χρησιμοποιούμε, που όμως είχαν κάποτε χρησιμοποιηθεί σε μια άλλη χρήση, σε μια προηγούμενη ζωή τους. Ετσι, ποτέ δεν είμαι απόλυτα σίγουρος για μια πιστή, ακριβή μεταφορά μιας αρχικής μου ιδέας ή μιας σκέψης μου, ότι από τη μύτη του μολυβιού μου πάνω στο χαρτί μέχρι το τελικό εικαστικό μου αποτέλεσμα θα γίνει αυτό που είχα πρωτοονειρευτεί!
Πάντοτε σε μια στροφή της ανηφόρας τα υλικά μέσα στη διαδικασία πραγμάτωσης θα μου κλείσουν το μάτι. Πιο βαθύ, πιο οξύ, πιο έντονο, πιο πένθιμο, πιο πράο, ένα άγγιγμα, μια παρέκκλιση, ένας τόνος. Πάντοτε μια αλλαγή, ίσως ανεπαίσθητη, ένα διόρθωμα, κάτι που σαφώς μόνο εγώ αναζητώ, μόνο εγώ βλέπω ότι λείπει από τον αρχικό σχεδιασμό, όταν η μια ψηφίδα πάει και ακουμπάει στην άλλη, αφήνοντας πια να φανεί η διαμορφωμένη εικόνα.
Σ’ αυτή τη διαδικασία που σχετίζεται με τον χρόνο και τη φυσική εξέλιξη της δουλειάς που χτίζεται σιγά σιγά, εύκολα προκύπτουν αναθεωρήσεις που μπορεί να είναι μερικές ή και ολόκληρες ανατροπές. Είναι οι ώρες της μάχης, οι ώρες που τα βάζεις με τα μέσα σου.
Δουλεύοντας τον σκηνικό χώρο και τα θεατρικά ενδύματα, διδάσκεσαι πως έννοιες όπως η έννοια του αλλόκοτου, του εξωφρενικού, του παραλόγου, του αλλοπρόσαλλου μπορεί πέρα από μια συμβατοποιημένη, ορθολογική θέση, εδώ, να λειτουργούν με μια άλλη υπόσταση και να μεταφέρουν άλλα σημαίνοντα, άλλα νοήματα και σκέψεις, για μια μη αναπαραστάσιμη, αιρετικά ποιητική μορφή θεατρικής εικονογραφίας.
Η μεταμόρφωση στο θέατρο δεν λειτουργεί κατ’ επίφαση και σαφώς δεν έχει διακοσμητικό, στιλιστικό ή καρναβαλικό χαρακτήρα. Η προσεκτική επιλογή των στοιχείων που το απαρτίζουν, έχει να κάνει με τη σωστή του ολοκλήρωση, καθώς πρέπει η φυσική μορφή του ηθοποιού να αντικατασταθεί κατ’ όψη και κατ’ ιδέα με την πειστική εικόνα του ήρωα που σαν θεατρική αλήθεια πλέον θα του μεταφέρει τη δύναμη να επιβληθεί στα μάτια των θεατών.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου που καταπιάνομαι με ένα θεατρικό ένδυμα, οι ποικίλες επεμβάσεις το τροποποιούν διαδοχικά με προσθαφαιρέσεις υλικών, με χρώματα, με βαφές, στολισμούς και πατίνες, ώστε μέσα απ’ αυτήν τη σειρά των επεμβατικών διαδικασιών να διασφαλιστεί η απόλυτη ταύτιση του ηθοποιού με την προσωπικότητα του ήρωα. Μια άγνωστη προσωπικότητα, που ποτέ κανείς δεν έχει συναντήσει και που θα μεταφερθεί από τον νεκρό χρόνο των λογοτεχνικών σελίδων σε μια ζώσα σκηνική πραγματικότητα.
Σ’ έναν καιρό που η πιστή αναπαραστατική μορφή σκηνογραφίας χάνει αδιάκοπα έδαφος, οι σκέψεις των καλλιτεχνών γύρω από αυτήν αλλάζουν, εξελίσσονται και διαφοροποιούνται μέσα από την ανάγκη και τον προβληματισμό τού πώς μπορεί με μια σύγχρονη, αντισυμβατική σκέψη να γίνει η μεταφορά των νοημάτων μιας παράστασης σε εικόνα σήμερα…
…Ολα αυτά τα χρόνια της πορείας μου στα θέατρα και στη ζωγραφική, τα χρόνια των μεγάλων κραδασμών, όπως τα λέω, μιας κι έπεσα επάνω σε πολύ μεγάλους δασκάλους κι ένιωσα στο πετσί μου τα συναρπαστικά ενώματα αυτών των δύο αδελφών τεχνών, καθώς και ότι και οι δυο έχουν ακριβώς το ίδιο σημείο εκκίνησης, μια μορφοποιημένη εσωτερική μου βάσανο που αναζητώ να ακουμπήσω κάπου· ή σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής ή σ’ έναν ζωντανεμένο πίνακα σκηνογραφίας καθώς και οι δύο αυτές τέχνες στριμώχνονται μέσα σ’ ένα τετράγωνο πλαίσιο και αναδεικνύονται μέσα σ’ ένα παιχνίδι χρωμάτων και σκιάς.
Μ’ αρέσουν οι νέοι άνθρωποι και μ’ ευχαριστεί να ψευδομεταφέρω τους προβληματισμούς και τα πειράματά μου γύρω, κοντά μου, σε βοηθούς και μαθητές μου. Είναι πλάσματα που υπάρχουν συναισθηματικά μες στη ζωή μου γιατί ό,τι κι αν πω, ακόμα και ασήμαντο, με ακούνε και τα λόγια μου παίρνουν άλλες διαστάσεις με τον νεανικό ενθουσιασμό και την ορμή που τα διακατέχει. Είναι σαν να ρίχνω ένα χαρτάκι σε ορμητικό νερό…».
