ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Κοψίνη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπερτριπλασιάστηκαν μέσα στο 2024 οι επώνυμες καταγγελίες στους χώρους εργασίας για περιστατικά βίας (λεκτικής, σωματικής) και παρενόχλησης (ηθικής, ψυχολογικής και σεξουαλικής). Η ετήσια έκθεση της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα καταγράφει ετήσια αύξηση που αγγίζει το 39% σε σύγκριση με το 2023 και το 110% σε βάθος τριετίας, καθώς από τις 151 καταγγελίες που είχαν υποβληθεί το 2022, εκτοξεύτηκαν στις 318 το 2024.

«Διαπιστώνεται εντυπωσιακή άνοδος του συνολικού αριθμού των υποθέσεων βίας και παρενόχλησης στην εργασία, αλλά και του αριθμού του συνόλου των προσφευγόντων/-ουσών στις Υπηρεσίες μας για τα φλέγοντα αυτά ζητήματα», επισημαίνουν οι επιθεωρητές στην έκθεσή τους.

Οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι τολμούν περισσότερο να δίνουν ορατότητα στις βίαιες και παρενοχλητικές συμπεριφορές οι οποίες σε ποσοστό κοντά στο 50% εκδηλώθηκαν στον τομέα των υπηρεσιών – και ειδικότερα, στους κλάδους του λιανικού και χονδρικού εμπορίου σε ποσοστό 28% και στα ξενοδοχεία σε ποσοστό 26%. Με μικρότερα ποσοστά έπονται οι κλάδοι υγείας, βιομηχανίας τροφίμων, υπηρεσιών φύλαξης, καθαρισμού και άλλοι.

Οι καταγγελίες κατά 66% προέρχονται από γυναίκες και κατά 34% από άνδρες, ενώ ο καταγγελλόμενος είναι σε ποσοστό 70% άνδρας, κυρίως εργοδότης (σε ποσοστό 40%) αλλά και προϊστάμενος ή συνάδελφος, υπεύθυνος βάρδιας (σε ποσοστό 40%).

Στις 34 από τις 38 καταγγελίες αποκλειστικά για σεξουαλική παρενόχληση το 2024 φυσικά υπερέχουν οι γυναίκες, αλλά υπάρχουν και καταγγελίες τριών ανδρών και για πρώτη φορά ενός διεμφυλικού εργαζόμενου που τόλμησε. 

«Η αναφορά διεμφυλικού προσφεύγοντος προσώπου κατά τέτοιων συμπεριφορών στον εργασιακό χώρο υποδηλώνει την άμεση διασύνδεση των ευρύτερων αλλαγών στην κοινωνία μας με την εργασιακή πραγματικότητα, που οφείλει και εκείνη να προσαρμόζεται άμεσα και αποτελεσματικά. Ως εκ τούτων, από τη μια αποτυπώνεται και πάλι στην πράξη η εκ του νόμου αποσύνδεση της απαγόρευσης της παρενόχλησης και βίας στην εργασία (“mobbing”) από την έννοια των απαγορευμένων κριτηρίων διάκρισης ή άνισης μεταχείρισης (σε σχέση με το φύλο ή τη σεξουαλική παρενόχληση σύμφωνα με τον ν. 3896/2010 ή με τα υπόλοιπα κριτήρια διάκρισης, όπως η εθνική καταγωγή, θρησκεία, ηλικία, αναπηρία κ.λπ. σύμφωνα με τον ν. 4443/2016). Από την άλλη, το γεγονός ότι η πλειοψηφία των καταγγελλόντων προσώπων συνεχίζει να είναι γυναίκες αποδεικνύει ότι η θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένει, ακόμη, πιο ευάλωτη και πιο αδύναμη από αυτή των ανδρών, συνδεόμενη και με σχετικά στερεοτυπικά πρότυπα», επισημαίνεται στην έκθεση.

Ως προς την ηλικία των καταγγελλόντων, τα περισσότερα σχετικά περιστατικά αφορούσαν τις ηλικίες 45-64, σε ποσοστό 37%, ενώ σε όμοια ποσοστά ακολούθησαν οι ηλικιακές κατηγορίες 35-44 (26%) και 18-24 (24%) και αρκετά πιο κάτω σε ποσοστό 13% οι ηλικίες 25-34. Περισσότερα περιστατικά βίας και παρενόχλησης, σε ποσοστό 42%, παρουσιάζονται στις μικρές επιχειρήσεις, ακολουθούν οι μεσαίες σε ποσοστό 25% και οι μεγάλες με 18%.

Ποια η έκβαση;

Σε σύνολο 318 καταγγελιών το 2024: οι 99 (μία στις τρεις) επιλύθηκαν με λήψη των πρόσφορων και ανάλογων μέτρων, κατόπιν των σχετικών συστάσεων συμμόρφωσης στις επιχειρήσεις και σχετική παρακολούθηση ως προς την εφαρμογή τους.

Οι 21 ματαιώθηκαν είτε λόγω μη παράστασης κατά την ορισθείσα συζήτηση των καταγγελλόντων προσώπων, είτε λόγω γραπτής σχετικής ανακλητικής δήλωσης των τελευταίων, ιδίως όταν επήλθε μεταξύ των μερών επίλυση, ενόψει και της προγραμματισμένης συζήτησης ενώπιον των υπηρεσιών της Επιθεώρησης Εργασίας, είτε διότι κατά τη συζήτηση δεν αναλύθηκαν περαιτέρω συγκεκριμένα περιστατικά βίας και παρενόχλησης, ώστε να μπορούν να υπαχθούν στην ειδική διαδικασία του άρθρου 18 του Ν. 4808/2021.

Επίσης, 124 υποθέσεις (39%) παραπέμφθηκαν στα δικαστήρια, με σύσταση του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων, αφενός εξαιτίας αντικρουόμενων ισχυρισμών επί αμφισβητούμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, που χρήζουν δικαστικής εκτιμήσεως, αφετέρου επειδή δεν κατέστη εφικτό να αξιοποιηθεί ο δικονομικός κανόνας της αντιστροφής του βάρους απόδειξης, καθότι τα ελλιπή στοιχεία περί των καταγγελλομένων δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν την απαιτούμενη αρχή απόδειξης και έτσι ήταν αναπόφευκτη η σύσταση προσφυγής στα αρμόδια να κρίνουν δικαστήρια. Κυρώσεις, συνολικού ποσού 57.600 ευρώ, επιβλήθηκαν σε 31υποθέσεις με βάση το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, ενώ ακόμη 43 υποθέσεις βρίσκονται σε εξέλιξη.