ΒΙΕΝΝΗ
Στη φυλακή θα οδηγηθεί ο 56χρονος Καρλ-Χάιντς Γκράσερ, ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Αυστρίας και πρώην έμπιστος του διαβόητου ακροδεξιού Γεργκ Χάιντερ, στη βάση της τελεσίδικης απόφασης του Αυστριακού Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο επιβεβαίωσε την καταδίκη του σε πρώτο βαθμό από το Περιφερειακό Ποινικό Δικαστήριο της Βιέννης για απιστία και κατάχρηση εξουσίας.
Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε ωστόσο στο μισό –με τη δικαιολογία της «υπερβολικά μεγάλης διάρκειας διαδικασίας τεσσάρων χρόνων»– την αρχική ποινή, από τα οκτώ χρόνια κάθειρξη, σε εκτελεστέα, πλέον, τετραετή φυλάκιση. Ο καταδικασθείς χαρακτήρισε της απόφαση «λάθος της Δικαιοσύνης», ανακοινώνοντας ότι θα προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε, επίσης στο μισό, την ποινή για τον πρώην γενικό γραμματέα του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων, Βάλτερ Μάισμπεργκερμ, σε 3,5 χρόνια φυλάκιση, καθώς και εκείνη για τον πρώην λομπίστα Πέτερ Χόχεγκερ από έξι σε τρία χρόνια, εν μέρει με αναστολή.
Πουλούσαν και νοίκιαζαν ακίνητα του Δημοσίου
Ο Καρλ-Χάιντς Γκράσερ, ο οποίος έπειτα από επτάχρονη καθυστέρηση είχε παραπεμφθεί το 2017 σε μια πολύκροτη δίκη που διήρκεσε τρία χρόνια και οδήγησε το 2020 στην αρχική απόφαση για οκτάχρονη κάθειρξη, είχε διατελέσει υπουργός Οικονομικών την περίοδο 2000-2006, στη συγκυβέρνηση του δεξιού Λαϊκού Κόμματος του τότε καγκελάριου Βόλφγκανγκ Σιούσελ, με το ακροδεξιό εθνικιστικό Κόμμα των Ελευθέρων του πρώτου διδάξαντα της «κυβερνώσας» Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, Γεργκ Χάιντερ (1950-2008).
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών και άλλοι 13 συγκατηγορούμενοι, πολλοί από τους οποίους υπήρξαν συνεργάτες του, είχαν παραπεμφθεί σε δίκη με την κατηγορία της απιστίας και της δωροδοκίας, τόσο κατά την πώληση κατοικιών που βρίσκονταν στην ιδιοκτησία του αυστριακού Δημοσίου όσο και κατά την ενοικίαση το 2006 από τις υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών και των αυστριακών τελωνείων και του πύργου στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Λιντς.
Το σκάνδαλο με τη σκοτεινή πώληση των κατοικιών του Δημοσίου επί υπουργίας Γκράσερ, στο πλαίσιο της οποίας είχαν καταβληθεί «μίζες» ύψους 9,6 εκατομμυρίων ευρώ, είχε απασχολήσει επί χρόνια την αυστριακή κοινή γνώμη και χωρίς, στο μεταξύ διάστημα, να κινείται καμία διαδικασία εναντίον του.
Η πρώτη δίκη ξεκίνησε μόλις στις 12 Δεκεμβρίου του 2017. Η καταδικαστική απόφαση –που επικυρώθηκε τώρα– εκδόθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2020. Δέχεται ότι ο ακροδεξιός πρώην υπουργός καταχράστηκε το πολιτικό αξίωμά του, παραβίασε τα οικονομικά συμφέροντα του Δημοσίου και δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στα καθήκοντά του.
Προσωπικό «δωράκι» 200.000 ευρώ
Πέρα από την κατηγορία για την καταβολή των 9,6 εκατομμυρίων ευρώ σε «μίζες» κατά την πώληση των κατοικιών, κατά την ενοικίαση του πύργου στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό του Λιντς από το υπουργείο Οικονομικών, είχε καταβληθεί, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, «προμήθεια» ύψους 200.000 ευρώ για τον υπουργό Οικονομικών και τους συνεργάτες του.
Εναν ρόλο, σύμφωνα επίσης με το κατηγορητήριο, έπαιξαν και τα 500.000 ευρώ τα οποία ο Καρλ-Χάιντς Γκράσερ, ως τότε υπουργός Οικονομικών, είχε καταθέσει σε μετρητά σε ιδιωτική τράπεζα στη Βιέννη, μεταφέροντας από την Ελβετία το ποσό αυτό, το οποίο ο ίδιος είχε ισχυριστεί ότι έλαβε από την πεθερά του.
Οπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, κατά την ιδιωτικοποίηση των κατοικιών του Δημοσίου το 2004 είχε κατατεθεί μυστικά μέσω Κύπρου σε λογαριασμό στο Λιχτενστάιν από την εταιρεία που είχε πλειοδοτήσει στον διαγωνισμό χάρη στις διασυνδέσεις της με τον ίδιο, ως «μίζα» το ποσό των 9,6 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο αντιπροσώπευε το 1% της (υποτιμημένης κατά τους ειδικούς της αγοράς ακινήτων) αξίας των κατοικιών.
Πήγε στη Δεξιά και μετά στο κελί
Ο Καρλ-Χάιντς Γκράσερ, ο οποίος για κάποια χρόνια εμφανιζόταν ως ένας από τους δημοφιλέστερους πολιτικούς της Αυστρίας, υπήρξε ηγετικό στέλεχος του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του αρχηγού Γεργκ Χάιντερ.
Ομως μετά τη διάσπαση των Ελευθέρων από τον Χάιντερ τον Απρίλιο του 2005, κινήθηκε «αριστερότερα» και προσχώρησε στο δεξιό Λαϊκό Κόμμα του τότε καγκελάριου Σιούσελ.
Η κυβέρνηση συνασπισμού του Σιούσελ με την Ακροδεξιά –η πρώτη ανάλογη στην Ευρώπη– είχε αναλάβει καθήκοντα τον Φεβρουάριο του 2000, εν μέσω κατακραυγής της στην Αυστρία, απομόνωσής της και κυρώσεων εναντίον της από το εξωτερικό, ιδίως από το διευθυντήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης στις Βρυξέλλες. Παρέμεινε, ωστόσο, στην εξουσία μέχρι τον Δεκέμβριο του 2006.
Στις 9 Ιανουαρίου 2007 ο Γκράσερ ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει την πολιτική για να εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα. Αφησε να εννοηθεί ότι θα λάμβανε μια υψηλή θέση στην εταιρεία επενδύσεων Salomon Smith Barney, της Citigroup. Αντ’ αυτού συμμετείχε σε μια σειρά από μικρής κλίμακας εταιρείες λόμπι και επενδύσεων, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν βραχύβιες. Είναι παντρεμένος με τη Φιόνα Σβαρόφσκι, εκ των κληρονόμων της διάσημης εταιρείας κρυστάλλινων ειδών Swarovski.
