ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο είδη ανθρώπων υπάρχουν στον κόσμο: τα βαμπίρ και όσοι δίνουν το αίμα τους. Η πρώτη κατηγορία χωρίζεται με τη σειρά της σε όσους είναι παράσιτα και σε όσους πίνουν το αίμα με το μπουρί της σόμπας. Σε όποιο επίπεδο ζωής (διαπροσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό, ερωτικό, καλλιτεχνικό, σεξουαλικό) κι αν θέλεις να θέσεις την προσοχή σου, πίστεψέ με, εν τέλει σε αυτή τη διαφοροποίηση θα καταλήξεις: στα βαμπίρ (παράσιτα ή βρουκόλακες του κερατά) και σε όσους δίνουν το αίμα τους.

Το παραπάνω προσωπικό φιλοσοφικό πόνημα ζωής είναι δύσκολο να το αποτυπώσεις στην τέχνη – ειδικά στην παραστατική. Απαιτεί ευφυΐα και ταλέντο. Ειδικά αν θέλεις να το κάνεις οικείο προς όλους ή σχεδόν όλους, που σημαίνει να το εκφράσεις μέσω του μοναδικού μέσου που είναι συμβατό με κάθε έναν από εμάς: το γέλιο. Λίγοι το έχουν προσπαθήσει στην ιστορία της τέχνης και ακόμα λιγότεροι το έχουν καταφέρει. Ο Φίλιπ Ρίντλεϊ είναι ένας από αυτούς. Ο Θανάσης Ραφτόπουλος επίσης. Η Ζηνοβία Ανανιάδου-Κόκκοτα, ο Ιωάννης Μυστακίδης και η Θεοδώρα Γεωργακοπούλου το κατάφεραν και αυτοί. Και όποιος δει το θεατρικό που έγραψε ο πρώτος, σκηνοθετεί ο δεύτερος και ερμηνεύουν τα τρία αυτά υπέροχα ταλαντούχα νέα παιδιά, να έρθει να με βρει και θα του δώσω εγώ το αντίτιμο του εισιτηρίου να το φάει σουβλάκια. Μπέσα.

Το έργο ονομάζεται «Λαμπρά παράσιτα». Ξεκινάει μεθαύριο Δευτέρα 28/4, στο ΠΛΥΦΑ. Πρόκειται για μια μαύρη (φυσικά) κωμωδία (φυσικότατα), για ένα μαύρο παραμύθι για τον «εξευγενισμό» (gentrification) μιας περιοχής: ένα ζευγάρι που περιμένει το πρώτο του παιδί επιλέγεται από την κυρία D. (προφανώς από το «Devil» – η Θεοδώρα Γεωργακοπούλου δεν παίζει, γίνεται ο ρόλος, μεταφέροντας την αισθητική ενός ήρωα αρχαίας τραγωδίας στην ερμηνεία της) ώστε να λάβει δωρεάν ένα σπίτι σε μια υποβιβασμένη περιοχή της πόλης, ώστε «να πάρει ζωή». Εκεί μένουν μόνο περιθωριοποιημένοι άνθρωποι, πένητες και άστεγοι. Ενα περιστατικό που φαίνεται ως ατύχημα κάνει το ζευγάρι να καταλάβει πως αν ένας άστεγος πεθάνει με κάποιο τρόπο μέσα στο σπίτι τους, τότε αρχίζει να «λάμπει» και αμέσως η λάμψη αυτή μετασχηματίζεται σε καινούργια έπιπλα και οικιακές συσκευές και το δωμάτιο όπου έγινε το «ατύχημα» ανακαινίζεται πλήρως. Ετσι ξεκινάει μια σειρά τυχαίων φονικών τυχαίων ανθρώπων, που κανείς ποτέ δεν θα ψάξει… Κανείς; Πράγματι δεν έχει κόστος το να μεταμορφώνονται «αόρατοι» άνθρωποι σε ντιζαϊνάτες κουζίνες; Πόση αξία τελικά έχει ένας άνθρωπος; Αξίζουμε όλοι το ίδιο; Και πόσες ηθικές δικαιολογίες μπορούμε να βρούμε ώστε να δικαιολογήσουμε το ανήθικο; Μπροστά στην ατιμωρησία και την αφθονία, έως πού μπορούμε να φτάσουμε;

Το έργο είναι βαθιά πολιτικό και μεταφέρει όλη τη μιζέρια, την απανθρωπιά και τη χυδαιότητα του πολιτισμού μας με τον πλέον κωμικό, έξυπνο και απροσδόκητο τρόπο. Ο σύγχρονος Μεφιστοφελής είναι σαφής: δίνει τα πάντα, δεν ζητάει αντάλλαγμα και σε αφήνει να περάσεις μόνος σου στη θνητή αθανασία της κόλασης της συνείδησής σου – αν ακόμη η τελευταία υπάρχει. Οπότε όχι – κανείς δεν θα σε τιμωρήσει για την αμαρτία της παμφαγίας σου, για το αμάρτημα της ακόρεστης όρεξής σου για όλο και περισσότερα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν θα επέλθει η τελική τιμωρία… ή η συνεχής. Τον Μεφιστοφελή τον βλέπουμε μπροστά μας γιατί τον έχουμε μέσα μας. Μιλάει τη γλώσσα μας, μας λέει αυτά που θέλουμε να ακούσουμε με τρόπο συμβατό με τα κατώτερα ένστικτά μας: αυτό δεν συμβαίνει και στην Ελλάδα σήμερα, πολιτικά μιλώντας; Αυτό δεν συμβαίνει και σε ολόκληρο τον κόσμο;

Ωστόσο ο Ρίντλεϊ τολμάει και πάει ακόμα πιο βαθιά: δεν αφήνει κανέναν «αθώο». Ούτε τον άστεγο, ούτε τον αστό, ούτε τον καλό, ούτε τον κακό. Ούτε καν τους ίδιους τους θεατές. Ενας πολυπρισματικός καθρέφτης γυρίζει σαν ντισκομπάλα και μας τυφλώνει όλους, ενώ εμείς (οι θεατές) είμαστε στην κυριολεξία έτοιμοι να πνιγούμε μέσα στο γέλιο και το ψέμα μας. Με τον τρόπο αυτό, και χάρη στη σκηνοθετική ματιά του εξαιρετικά ταλαντούχου Θανάση Ραφτόπουλου, κατανοούμε πώς ο καπιταλισμός αφαιρεί κάθε υπαρξιακή αγωνία από όλους μας, εκτελώντας πάντα (μα πάντα όμως!) την ίδια συνταγή. Γι’ αυτό και επιβιώνει πάντα (μα πάντα όμως!).

Αγαπημένη μας ατάκα από το έργο είναι όταν στην εξευγενισμένη πλέον περιοχή, ανοίγει ένα υπερκατάστημα. Με μία φράση ως διαφήμιση αυτού: «Το mall που δεν χορταίνεις ποτέ!»… Το μόνο καλό είναι πως ούτε εμείς «χορτάσαμε» την παράσταση κι ας είχαν την καλοσύνη να την παίξουν όλη για εμάς. Γι’ αυτό και θα ξαναπάμε στο ΠΛΥΦΑ να δούμε, ξανά και ξανά, την αλήθεια μας. Γιατί όλα μπορείς να τα αγοράσεις, αλλά η υψηλή τέχνη μόνο σου προσφέρεται. Ακριβώς γιατί η αξία της είναι ανεκτίμητη.

ℹ️ «Λαμπρά παράσιτα» ΠΛΥΦΑ (Κορυτσάς 39, Βοτανικός, 13 λεπτά από το μετρό του Κεραμεικού) κάθε Δευτ., Τρ. στις 21.00. Εως 27/5. Προπώληση στο more.com.