ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Παπαδημητρίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Theodor W. Adorno (Γερμανός φιλόσοφος, κοινωνιολόγος, μουσικολόγος, ένας από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς της σύγχρονης αισθητικής και πολιτισμικής κριτικής, ανήκε στη Σχολή της Φρανκφούρτης) καταγράφει σχετικά με τα όρια της τέχνης ότι η τέχνη, ως κατ’ εξοχήν κοινωνικό φαινόμενο διαμορφώνεται από τις υλικές συνθήκες της κοινωνίας μέσα στην οποία αναπτύσσεται. Τα όριά της δεν είναι εγγενώς καθορισμένα, αλλά κατά βάση ιστορικά και ταξικά προσδιορισμένα, καθώς η κυρίαρχη ιδεολογία διαμορφώνει τα αισθητικά και ηθικά κριτήρια που ορίζουν τι είναι αποδεκτό και τι όχι (Adorno, 2001). Η επιτομή της αναφοράς του κατ’ αρχάς πιάνει το θέμα της τέχνης από την ουσία της εκφοράς και της έκφρασής της, με το νόημα ότι η τέχνη ως ένα μέσο αναπαραγωγής έχει σκοπό από τη φύση της να χειραφετεί και να αφυπνίζει κοινωνικά ανθρώπους και κοινωνίες.

Από την άλλη, είναι προφανές ότι οι κυρίαρχες δομές κάθε κοινωνίας (οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές και θρησκευτικές) θα προσπαθούν πάντοτε να θέτουν και να καθορίζουν τα όρια της τέχνης, περιορίζοντας τη δυνατότητά της να αμφισβητεί χαρακτηριστικά, γεγονότα, μηχανισμούς και ευρύτερα τη λειτουργία του κυρίαρχου οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Ετσι με την ίδια λογική που ένα έργο τέχνης λογοκρίνεται επειδή, σύμφωνα με τη γνώμη και την αντίληψη κάποιων, προσβάλλει θρησκευτικά σύμβολα, με την ίδια λογική είναι πολύ πιθανό να λογοκριθεί ένα άλλο έργο τέχνης το οποίο μπορεί να καυτηριάζει ένα πολιτικό «έγκλημα» (Τέμπη), καθώς η εκφορά του, οι συμβολισμοί και το περιεχόμενό του μπορεί προσβάλλουν την πολιτική αρχή και τα πολιτικά σύμβολα ενός κράτους και πάει λέγοντας…

Κατά τα άλλα ένας βασικός στόχος των αστικών δημοκρατιών όλες τις τελευταίες δεκαετίες είναι αναμφισβήτητα η εμπορευματοποίηση της τέχνης, η οποία αποσκοπεί ξεκάθαρα στη μετατροπή της τέχνης σε ένα μέσο κατανάλωσης, περιορίζοντας τη δυνατότητά της να αμφισβητήσει το υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη που ανατρέπει τις κυρίαρχες αφηγήσεις συχνά λογοκρίνεται, περιθωριοποιείται ή απορρίπτεται ως μη «αισθητικά αποδεκτή».

Η φύση της τέχνης όμως, όπως αναφέρει ο Danto (Αμερικανός φιλόσοφος, ιστορικός τέχνης και κριτικός), έχει συνδεθεί διαχρονικά με την επαναστατικότητα και την ανατροπή, καθώς η ίδια η τέχνη αποτελεί ένα μέσο έκφρασης που μπορεί να αμφισβητήσει κοινωνικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς κανόνες. Σε ένα από τα γνωστότερα έργα του, «The Transfiguration of the Commonplace» (Η Μεταμόρφωση του συνηθισμένου), αναφέρει ότι η δυνατότητα της τέχνης να προκαλεί αλλαγές και να επαναπροσδιορίζει τα όρια της ανθρώπινης σκέψης και δράσης αναδεικνύεται μέσα από τη διαχρονική της παρουσία σε κοινωνικά κινήματα, πολιτικές ανατροπές και φιλοσοφικές συζητήσεις (Danto, 1986). Οπως ο ίδιος αναφέρει, «χωρίς τέχνη δεν έχουμε εξέλιξη και η εξέλιξη απαιτεί τέχνη»…

Η τέχνη βέβαια ήταν αυτή που έπαιξε και τον κεντρικό ρόλο σε διάφορες ιστορικές περιόδους κοινωνικών αλλαγών. Από τη Γαλλική Επανάσταση και τα πολιτικά χαρακτικά του Goya, έως τη Σοβιετική Πρωτοπορία και την επιρροή της τέχνης στον Μάη του ’68, η τέχνη έχει χρησιμοποιηθεί για να διαδώσει πολιτικά μηνύματα και να εμπνεύσει επαναστατικές δράσεις. Ο Walter Benjamin, ένας άλλος Γερμανός φιλόσοφος της Σχολής της Φρανκφούρτης, υποστήριξε ότι η τέχνη, ιδιαίτερα σε περιόδους μαζικής αναπαραγωγής, μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής αλλαγής, ανατρέποντας τις παραδοσιακές ιεραρχίες και προωθώντας τη συμμετοχικότητα, τη συλλογική δράση και τη συλλογική αντίσταση σε κάθε τι που θεωρείται αδικία, μέσα στο πλαίσιο της συλλογικής αντίληψης της δημόσιας σφαίρας.

Η τέχνη από το αρχαίο δράμα και τη σάτιρα μέχρι την ποίηση, τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη σημερινή ψηφιακή τέχνη είναι μια δύναμη εγγενώς επαναστατική και έχει την έμφυτη ικανότητα να γίνεται φορέας αλλαγής και κοινωνικής αμφισβήτησης ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο δημιουργείται και ερμηνεύεται. Η αισθητική, η καινοτομία και η κριτική που ενσωματώνει της επιτρέπουν να λειτουργεί ως μηχανισμός αφύπνισης και κινητοποίησης. Οπως επισημαίνει ο Adorno (2001), η αληθινή τέχνη παραμένει πάντοτε σε μια σχέση έντασης με τις κυρίαρχες δομές και την κοινωνία, αμφισβητώντας την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Φανταστείτε τι θα γινόταν αν οι κυρίαρχες δομές κάθε κοινωνίας επέτρεπαν, υπέθαλπαν και νομιμοποιούσαν (όπως και έγινε) κινήσεις σαν και αυτή την πρόσφατη, του βουλευτή της Νίκης, απέναντι στα έργα της Εθνικής Πινακοθήκης. Εργα του Da Vinci, του Καζαντζάκη, του Ροΐδη θα καίγονταν ακόμα στην πυρά, οι Iron Maiden, οι Metallica, οι Slayer, οι Judas Priest και πολλοί πολλοί άλλοι θα ήταν απαγορευμένοι στην Ελλάδα και ο κατάλογος αυτός είναι ατελείωτος…

Ο Αρνολντ Σένμπεργκ, Αυστριακός συνθέτης και μουσικός, είπε ότι «αν είναι τέχνη, δεν είναι για όλους και αν είναι για όλους, δεν είναι τέχνη», τονίζοντας βέβαια εν μέρει και τη δυσκολία αντίληψης και αποδοχής των νέων μουσικών σχημάτων που εισήγαγε και την αμφισβήτηση που δέχτηκε, ωστόσο ο ίδιος αποτέλεσε τον πρόδρομο και εμπνευστή μιας μεγάλης γενιάς ιστορικών και κριτικών τέχνης, όπως και ο Αdorno, ο οποίος κάπου αλλού σημειώνει: «Η λογοκρισία στην τέχνη είναι ένας απέραντος βούρκος που αν τον ανοίξεις, τότε σίγουρα μας χωράει όλους…».

Βιβλιογραφία

Adorno, T. W. (2001). Aesthetic Theory. University of Minnesota Press
Benjamin, W. (1969). The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction. Harvard University Press
Danto, A. C. (1986). The philosophical disenfranchisement of art. Columbia University Press

* Φιλόλογος, πρόεδρος Α΄ ΕΛΜΕ Κυκλάδων