Η συγκλονιστική κάθοδος στον δρόμο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στις 28 Φεβρουαρίου για το έγκλημα των Τεμπών δεν βρήκε απλώς απροετοίμαστα τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης στη χώρα μας, αλλά τα κλόνισε συθέμελα, τα αποδιοργάνωσε. Δεν φαίνεται αυτός ο κλονισμός, γιατί με τη συσσωρευμένη εμπειρία του κομματικού μηχανισμού καλύφθηκε κάτω από το χαλί, αν και όπως φάνηκε, μικρά γεγονότα (μία δήλωση, μία ανάρτηση κ.ά.) ήταν ικανά να αναταράξουν και συνήθεις κομματικές διεργασίες που ακολούθησαν.
Πού όμως βρίσκεται η κρίση ταυτότητας και πολιτικής που αντιμετωπίζουν σήμερα η ελληνική Κεντροαριστερά και Αριστερά; Στο ότι δεν μπορούν να αντιπροσωπεύσουν τις μεγάλες λαϊκές ανάγκες. Και λαϊκές ανάγκες σημαίνει να μπορώ να ζήσω και να βγάζω τον μήνα, να μην έχω τον κόμπο του φόβου στον λαιμό, να αισθάνομαι ότι όταν θα αρρωστήσω θα θεραπευτώ, ότι αν μεγαλώσω θα ζήσω ειρηνικά και με ασφάλεια, ότι τα παιδιά μου έχουν μια προοπτική, ότι μπορώ να εκφράζομαι ελεύθερα, ότι αντιπαλεύω την προοπτική του πολέμου. Αυτό είναι όλο κι όλο το κοινωνικό συμβόλαιο γύρω από το οποίο οικοδομείται το κομματικό σύστημα που βλέπει τον σοσιαλισμό ως το μέλλον του πολιτικού του προγράμματος. Τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης υπάρχουν για να δίνουν μια προοπτική στους πολλούς. Και σήμερα μοιάζει να μην μπορούν να το κάνουν. Μπορούν ίσως να κάνουν άλλα πράγματα, αλλά δεν μπορούν ή δεν πείθουν ότι έχουν τον τρόπο να αντιπροσωπεύσουν τις λαϊκές ανάγκες, ότι δεν έχουν εναλλακτική στην πολιτική της Ν.Δ. και της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Τόσο απλά.
Και πρέπει να είναι απλά, γιατί αλλιώς η συζήτηση χάνεται μέσα σε επιμέρους ή άλλης προτεραιότητας ανάγκες. Δεν είναι πρώτιστη ανάγκη η «ανασυγκρότηση της Αριστεράς» – αυτή αφορά τους ίδιους τους αριστερούς, ας το λύσουν μοναχοί τους και πρέπει να το λύσουν. Η μεγάλη υπόθεση, όμως, είναι η αλλαγή κατεύθυνσης στη χώρα. Μπορούν;
