Μια τυπική –και όχι ουσιαστική– νομοθετική ρύθμιση φέρνει στη Βουλή η κυβέρνηση, δηλώνοντας με νομική επισημότητα αυτό που ήδη ισχύει από το 2019: την κατάργηση της σύντομης αποσβεστικής προθεσμίας για την παραγραφή αδικημάτων υπουργών. Η διάταξη, η οποία ενσωματώθηκε στο τελευταίο άρθρο του νέου νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης, έρχεται προς συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή σήμερα Τρίτη.
Η παρέμβαση, που όπως αναφέρεται στο νομοσχέδιο έχει καθαρά «διαπιστωτικό» χαρακτήρα, δηλώνει την κατάργηση της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του νόμου περί ευθύνης υπουργών (ν. 3126/2003), η οποία όριζε ότι τα αδικήματα υπουργών παραγράφονται αν δεν ασκηθεί δίωξη μέχρι το τέλος της δεύτερης τακτικής συνόδου μετά την τέλεσή τους.
«Ασφάλεια δικαίου»
Ενώ η συνταγματική αναθεώρηση του 2019 έχει ήδη αφαιρέσει τη σχετική πρόβλεψη από το Σύνταγμα, η διάταξη αυτή έρχεται πέντε χρόνια μετά για να καταργήσει τυπικά μια ρύθμιση που είχε ήδη ξεπεραστεί νομικά. Αξιοσημείωτη είναι τόσο η καθυστέρηση όσο και το γεγονός ότι γίνεται τώρα, εν μέσω κοινωνικής πίεσης για λογοδοσία σε υποθέσεις όπως αυτή των Τεμπών.
Η αιτιολογική έκθεση αναφέρει ότι η διάταξη δεν δημιουργεί νέα νομική πραγματικότητα, αλλά «διαπιστώνει» την κατάργηση που ήδη συνεπάγεται η υπεροχή του Συντάγματος έναντι κάθε απλού νόμου. Πρόκειται δηλαδή για μια ρύθμιση που δεν αλλάζει τίποτα επί της ουσίας, αλλά έρχεται να κλείσει «θεσμικά» ένα ζήτημα που έχει ήδη λυθεί.
Η χρονική στιγμή της κατάθεσης δεν είναι τυχαία καθώς εκκρεμούν δύο δικογραφίες για πρώην υπουργούς (Χρ. Τριαντόπουλος, Κ. Καραμανλής, Χρ. Σπίρτζης), ενώ έχουν κατατεθεί δεκάδες μηνύσεις με αφορμή το έγκλημα των Τεμπών. Η πολιτική πίεση για την απόδοση ευθυνών είναι έντονη και η κυβέρνηση επιλέγει να θωρακίσει –τουλάχιστον σε επίπεδο εικόνας– την επιλογή να μην ισχύει πλέον κανενός είδους «ασυλία μέσω παραγραφής».
Η επίκληση της ανάγκης «ασφάλειας δικαίου» φαίνεται περισσότερο να απαντά σε ένα κλίμα δυσπιστίας της κοινής γνώμης και λιγότερο σε πραγματικές νομικές ανάγκες, αφού η πλειοψηφία των συνταγματολόγων θεωρούσε ήδη ανενεργή τη διάταξη από το 2019.
Τόσο ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης είχαν προαναγγείλει την κίνηση αυτή, επιχειρώντας να παρουσιάσουν τη ρύθμιση ως ακόμη ένα βήμα υπέρ της διαφάνειας και της λογοδοσίας.
Μάλιστα σε ανάρτησή του ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για διευκόλυνση της αναζήτησης της αλήθειας και περιορισμό ή και εξάλειψη της αρμοδιότητας και της εμπλοκής της Βουλής στην ποινική δίωξη υπουργών και σημείωσε ότι «αποστολή του Κοινοβουλίου δεν είναι ούτε να αθωώνει πολιτικούς φίλους ούτε να καταδικάζει πολιτικούς αντιπάλους».
Ωστόσο, πρόκειται για την επίσημη επιβεβαίωση ενός νομικού αυτονόητου, αφού η συνταγματική αναθεώρηση έχει ήδη καταργήσει την επίμαχη πρόβλεψη, και κάθε αντίθετη διάταξη θεωρείται άκυρη από τη στιγμή της ψήφισης του σχετικού Ψηφίσματος της Θ’ Αναθεωρητικής Βουλής. Στην πράξη, η νέα διάταξη δεν παράγει έννομες συνέπειες – επιβεβαιώνει απλώς την υφιστάμενη κατάσταση.
Υπό λογοδοσία
Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, δεν μπορεί να της αποδοθεί ούτε συστατικός ούτε διαπλαστικός χαρακτήρας: «Η προτεινόμενη ρύθμιση έχει διαπιστωτικό και μόνο χαρακτήρα. Επιβεβαιώνει απλώς, για λόγους ασφάλειας δικαίου και άρσης της οποιασδήποτε τυχόν αμφισβήτησης, την κατάργηση της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3126/2003 από τη θέση σε ισχύ της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2019 […]».
Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να διατυπωθεί ρητά κάτι που ήδη ίσχυε, σε μια περίοδο που η κυβέρνηση βρίσκεται υπό πίεση για ζητήματα λογοδοσίας, γεννά την εντύπωση πως περισσότερο στοχεύει στην αποκατάσταση της εικόνας της κυβέρνησης παρά στην ουσία.
