Με αυτά τα μικρά ψαράδικα τρεχαντήρια μέσα στα νερά του κόρφου της Γέρας μεγάλωσα. Αυτή τη σχεδόν παθολογική αγάπη μου γι’ αυτά την κληρονόμησα απ’ τον πατέρα μου. Τον ζωγράφο. Ερασιτέχνης ψαράς, έριχνε την άγκυρα, την πετονιά και έβγαζε το μπλοκ, τη μεταλλική παλέτα και γέμιζε με χρώμα τα λιμανάκια που έβλεπε. Πάντα με σκαλίτσες που άραζαν ή έφτιαχναν τα δίχτυα τους ή λεντίζανε τα παραγάδια τους στα υπέροχα σκαριά τους οι μεροκαματιάρηδες της θάλασσας. Μετά γίνονταν ακουαρέλες ή λάδια, που εγώ τα έβλεπα να γεννιούνται στο ατελιέ. Και έτσι δέθηκα μ’ αυτά τα αριστουργήματα που φτιάχνανε οι καραβομαραγκοί στο νησί, που τώρα πια απόμεινε ένας εκεί απέναντι, στο μέρος που αράζουν ακόμα τα δυο «περάματα» που επιμένουν να περνούν τον κόσμο καρσί. «Αλλος για πέρα».
Πέρασε καιρός και κατάλαβα πως αυτή η ζωγραφική των χρωμάτων τελικά είχε στόχο τον ίδιο τον άνθρωπο, αυτόν που το σκαρί του το στόλιζε, του διάλεγε το μπλε της κουπαστής, τις κίτρινες ή κόκκινες λουρίδες στα πλάγια, το πράσινο της καμπίνας της μηχανής και των κουμπιών.
Μια-δυο ώρες στο σκαρί να τακτοποιήσουν τα δίχτυα, εκεί στο λιμανάκι, για ένα τέταρτο να τα ποντίσουν, να περιμένουν μην και πιαστεί το μεροκάματο, το τράβηγμα, το ξεψάρισμα και άντε πάλι η περιποίηση, το μπάλωμα! Ισως και για το τίποτα! Εχει ο θεός, αύριο πάλι.
Και τι είναι σίγουρο, μωρέ Στρατή, ρωτώ. Τίποτα πια. Λιγόστεψαν όλα! Με μαύρες σημαίες κατέβηκαν μπροστά στην Περιφέρεια, να διαδηλώσουν ότι τους πνίγουν αυτοί που δεν τους πλησίασαν ποτέ να δουν από κοντά το παίδεμα για το μεροκάματο. Και οι ανίδεοι ζητάνε ζυγαριές, άκου, φίλε μου, επάνω στα σκαριά και μετά ξανά ζύγισμα έξω στη στεριά. Οπως τότε, που πάλι οι ίδιοι, που πιθανόν να μην έχουν δει θάλασσα, της μεγάλης μας οικογένειας των Ευρωπαίων, πλήρωναν αδρά και κατέστρεψαν μοναδικά δημιουργήματα, στολίδια της θάλασσας. Και τότε όρμησαν, θυμάμαι, οι Ιταλοί και άδειασαν τις θάλασσες, όπως και τώρα οι απέναντι «φίλοι», που όχι μόνο ψαρεύουν όπου θέλουν στη «Γαλάζια τους Πατρίδα», αλλά αφήσανε τα ψάρια και πνίγουν στο Αιγαίο απελπισμένους ανθρώπους επάνω σε τράτες!
Αυτό το καθρέφτισμα του πολύχρωμου σκαριού στα ακύμαντα νερά, με τη φιγούρα του μεροκαματιάρη «εξάρτημα» της ομορφιάς, αυτό το χαμηλό αβύθιστο «τρεχαντηράκι», δεμένο με την αρμύρα που σταλάζει στα μάτια σαν αμείλικτο ερώτημα αν θα βγει το μεροκάματο σήμερα, είναι το αριστούργημα του πίνακα του απέραντου κόσμου μας. Mε άλλα όμως λόγια, της σκληρής πραγματικότητας, είναι η προέκταση του χεριού του μεροκαματιάρη, που για να στείλει σε μας τη συναγρίδα και τον γαύρο, δουλεύει ώρες στη θάλασσα και στο μουράγιο και νά οι μεσάζοντες, νά οι ζυγαριές των ανίδεων, νά τα μπουρίνια και τα δελφίνια, νά τα πετρέλαια και τα ακριβότερα δίχτυα, τελικά μουρμουρίζει «έχει ο θεός», αλλά το χέρι χώνεται σε μια αδειανή τσέπη.
Και παίρνει την «Κατερίνα» του ή τον «Ταξιάρχη», το καμάρι του, και τη στήνει με μαύρες σημαίες έξω από εκεί που νομίζει ότι μπορεί να ακουστεί αυτό που το θεωρεί εγκατάλειψη και αδικία. Αλλά πού τέτοια τύχη, και το ξέρει καλά αυτό, πως φωνάζει σε τοίχους. Μόνο η θάλασσα είναι ο τόπος του και τον νιώθει, το τρεχαντήρι του η παρηγοριά του, το εργαλείο της ζωής του. Ισως και αρκετοί που τους αγαπάνε. Αλλά στους άδικους καιρούς μας λίγοι μπορούν να ζουν με ξάστερο ουρανό.
* Πολίτης του Αιγαίου
