Στην εποχή των fake news και της μετα-αλήθειας (post truth) αξίζει τον κόπο να στοχαστούμε πάνω στην έννοια της «μεταβλητής αλήθειας» που ανήκει στον Lacan. Ετσι θα προβληματιστούμε ίσως για την ψυχοπαθολογική «καταγωγή» του λαϊκισμού που θεριεύει διεθνώς.
Η αλήθεια λοιπόν μεταβάλλεται, αλλά και μεταβάλλει, το σώμα της κοινής γνώμης μέσω της πολιτικής. Στόχος της πολιτικής είναι να αποσπάσει εθελοντικά ή με το ζόρι τη συναίνεση των υποκειμένων ώστε να υπαχθούν στα καίρια σημαίνοντα που αυτή καθιερώνει.
Το κυριότερο σημαίνον φυσικά είναι η δημοκρατία. Για τον Πλάτωνα ήταν η Πολιτεία. Για τον Hegel η Ιστορία. Για τον Marx η Οικονομία. Οι λαϊκιστές χρησιμοποιούν το όποιο κύριο σημαίνον ταιριάζει κάθε φορά στην ιδεολογία τους και φυσικά εξιδανικεύουν τον μεγάλο ηγέτη: τον λαό.
Το νόημα περί ηγεσίας είναι λοιπόν το κρυμμένο φορτίο του λαϊκισμού ως έννοιας: η εξιδανίκευση του λαού ως μια υπαρκτή οντότητα, ως ένα συλλογικό υποκείμενο που ο δημαγωγός πολιτικός έχει προ-καταλάβει και κωδικοποιεί τον λόγο στα μέτρα και τα σταθμά που κινητοποιούν τη μάζα και τις συγκινήσεις, καθώς και τα ερεθίσματα για ομαδική συγκάλυψη του προφανούς.
Το πολιτικό πεδίο όμως είναι εξ ορισμού μεταβιβαστικό πεδίο και γι’ αυτό και ο Lacan μάς δίδαξε ότι το ασυνείδητο είναι η Πολιτική.
«Ο λαός πρέπει να γίνει αντιληπτός με την έννοια της φαντασιωτικής πραγματικότητας. Είναι στην ουσία μια πραγματικότητα μεταβλητή, ένα κυμαινόμενο σημαίνον», γράφει ο Blanchet («Πολιτικές του ψυχαναλυτή», εκδ. Εκκρεμές).
Και συνεχίζει τονίζοντας ότι ο λαός αποτελεί δείκτη μιας διαμαρτυρίας και μιας προσδοκίας. Θα πρόσθετα ότι ο λαός είναι υποχρεωμένος να αποτινάσσει τη δυσφορία μέσα στον πολιτισμό που μας δίδαξε ο Freud: είναι το συλλογικό υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει και ουσιαστικά συντελείται μια μεταβίβαση στον λαό από το σώμα της πολιτικής.
Οι δρώντες συγχέουν το δημοκρατικό δικαίωμα του πλουραλισμού με τη δήθεν ισχύ της αυθεντίας του λαού, στο όνομα του οποίου ομνύουν σχεδόν οι πάντες.
Στις σύγχρονες κοινωνίες της υπερδικτύωσης το φαινόμενο του «θεαματικού πραγματικού» (πόλεμος, μετανάστευση, εγκληματικότητα) αδρανοποιεί τελικά τη σκέψη και τον τρόπο ζωής του Δυτικού πολίτη.
Τα ΜΜΕ και τα social media γίνονται το ντιβάνι της κοινωνικής ψυχανάλυσης που οδηγεί στο μόνιμο πολιτικό ασυνείδητο, στο νεφελώδες συλλογικό υπερεγώ μιας καντιανής προσταγής συμμόρφωσης με την πραγματικότητα.
Το αντισυστημικό αίτημα θέτει την απόλαυση της κοινής γνώμης, την έκσταση της επικοινωνίας, στο πρώτο πλάνο της πολιτικής σκηνής.
Εθνικισμοί, μισαλλοδοξία, θρησκευτικός φονταμενταλισμός κυκλοφορούν στις λεωφόρους της πληροφορίας στο διαδίκτυο και οι κάθε λογής λαϊκιστές εκμεταλλεύονται τις ροές του θυμικού της υπερσυνδεδεμένης μάζας.
Το αθέατο ωστικό κύμα του λαικϊσμού φθάνει μέχρι τα άκρα της Δεξιάς και της Αριστεράς. Απο-ιδεολογικοποιεί και ταυτόχρονα κοινωνικοποιεί την οργή, την αμφισβήτηση, τον θυμό. Εκμεταλλεύεται την οικονομική κρίση και τα ανθρώπινα δράματα, προτάσσοντας τον φόβο του Αλλου, του ξένου.
Ο αληθινός εχθρός του λαϊκισμού είναι ο ουμανισμός, όχι μόνο η δημοκρατία. Και αυτό γιατί η ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι βαθιά ριζωμένη στον ατομικό ψυχισμό, ενώ το συλλογικό ασυνείδητο είναι πάντα καθοδηγούμενο.
To μίσος που ενώνεται με το πάθος της ατομικής άγνοιας για τα δρώμενα στον κόσμο και με την υποβάθμιση της γνώσης είναι το καύσιμο που πυροδοτεί ακραία φαινόμενα. Και που εγκαθιστά μια διαφάνεια του κακού (Baudrilliard) ικανή να βάλει σε τροχιά περιδίνησης τις παθητικές κοινωνίες της υπερσυνδεσιμότητας.
