Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενώ η Φάρμα των Ζώων είναι μια αλληγορία για το παρελθόν και το παρόν, που προαναγγέλλει ένα ολοκληρωτικό μέλλον, το 1984 μιλά για ένα μέλλον όπου ο ολοκληρωτισμός έχει επικρατήσει. Το 1984 (η χρονολογία δεν δηλώνεται με βεβαιότητα αλλά συνάγεται από τον τίτλο) ο πολιτισμός έχει καταρρεύσει από έναν παγκόσμιο πόλεμο, εμφύλιες συγκρούσεις και επαναστάσεις. Τρία ολοκληρωτικά υπερκράτη, σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους, κυβερνούν τον κόσμο. Σε ένα από αυτά, την Ωκεανία, συγκεκριμένα στην επαρχία Έαρστριπ Ένα (την πρώην Μεγάλη Βρετανία), διαδραματίζεται η ιστορία. Το κράτος κυβερνάται από τον πανταχού παρόντα Μεγάλο Αδελφό (Big Brother) και το Κόμμα υπό την ιδεολογία του «Ingsoc» (σύντμηση του «English Socialism», Αγγλικός Σοσιαλισμός). Αν και το καθεστώς έχει προέλθει από μια επανάσταση ενάντια στους καπιταλιστές και την επικαλείται, η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τρεις τάξεις, που προσδιορίζονται από τη σχέση τους με το παντοδύναμο Κόμμα: το Εσωτερικό Κόμμα, το Εξωτερικό Κόμμα και τους προλετάριους. Μόνο τα μέλη του Εσωτερικού Κόμματος, ο σκληρός πυρήνας της εξουσίας, ζουν μια πολυτελή ζωή. Τα μέλη του Εξωτερικού Κόμματος φυτοζωούν ως πειθήνια εκτελεστικά όργανα, μέσα στη βρώμα των υποβαθμισμένων μεγαλουπόλεων καταναλώνοντας άγευστα, τυποποιημένα τρόφιμα, ενώ οι προλετάριοι είναι βυθισμένοι στην αθλιότητα και την άγνοια. Επικρατεί μια έντονη προσωπολατρία του ηγέτη, ενώ όποιος δεν συμμορφώνεται πλήρως εξουδετερώνεται βάναυσα από την Αστυνομία Σκέψης που παρακολουθεί τους πάντες. Η παντοδύναμη εξουσία με όπλο την τεχνολογία επιδιώκει και κατορθώνει να ελέγχει όχι μόνο τις συμπεριφορές αλλά ακόμη και τις σκέψεις των ανθρώπων, απαγορεύοντας κάθε τι που φανερώνει ατομική ανεξαρτησία, ακόμη και τον έρωτα.

Ο πρωταγωνιστής Γουίνστον Σμιθ, ένα μέλος του Εξωτερικού Κόμματος, εργάζεται στο Λονδίνο στο ειρωνικά αποκαλούμενο Υπουργείο Αλήθειας, όπου προσαρμόζει τα αρχεία στη διαρκώς μεταβαλλόμενη εκδοχή της ιστορίας του κράτους και τις ανάγκες της στιγμής. Αντιτίθεται κρυφά στην εξουσία του Κόμματος και ονειρεύεται μια εξέγερση, διαπράττοντας έτσι ένα «έγκλημα σκέψης». Μια μέρα αγοράζει σε ένα παλαιοπωλείο σε μια προλεταριακή γειτονιά ένα ημερολόγιο όπου γράφει κριτικές για το Κόμμα και τον Μεγάλο Αδελφό. Βλέπει όμως ότι οι συνάδελφοί του είναι εντελώς χειραγωγημένοι ενώ οι προλετάριοι, στους οποίους στρέφει τις προσδοκίες του, στερούνται πολιτικής συνείδησης.

Στην υπηρεσία του ο Γουίνστον γνωρίζει την Τζούλια, μια νεαρή που επίσης απεχθάνεται το Κόμμα. Συνάπτουν μια ερωτική σχέση, την οποία κρατούν κρυφή αποφεύγοντας με μεγάλες δυσκολίες τη συνεχή παρακολούθηση από τις πανταχού παρόντες τηλεοθόνες, καθώς ο υποκριτικός πουριτανισμός του Κόμματος απαγορεύει τις εξωσυζυγικές σχέσεις. Αργότερα ο Ο’ Μπράιεν, ένα μέλος του Εσωτερικού Κόμματος και της Αστυνομίας Σκέψης, παριστάνει στον Γουίνστον τον αγωνιστή της Αδελφότητας, της επαναστατικής οργάνωσης που επιδιώκει να ανατρέψει το καθεστώς. Για να τον παγιδεύσει του δίνει το βιβλίο του Εμάνουελ Γκολντστάιν, ενός πρωταγωνιστή της επανάστασης που εκδιώχτηκε από το κόμμα και φημολογούμενα ιδρυτή της Αδελφότητας (η συνήχηση με το εβραϊκό επώνυμο του Τρότσκι, Μπρονστάιν, είναι πρόδηλη). Τιτλοφορείται Η Θεωρία και η Πρακτική του Ολιγαρχικού Κολεκτιβισμού, ασκώντας κριτική στο καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού.

O Γουίνστον και η Τζούλια συλλαμβάνονται καθώς ο Τσάρινγκτον, ο παλαιοπώλης που τους νοίκιαζε ένα δωμάτιο, αποκαλύπτεται πράκτορας της Αστυνομίας Σκέψης. Χωρίζονται και φυλακίζονται. Ο Ο’ Μπράιεν ανακρίνει τον Γουίνστον, που υποβάλλεται σε βασανιστήρια και λιμοκτονεί για να ευθυγραμμιστεί με το Κόμμα. Για να τον εξοντώσει ψυχολογικά, ο Ο’ Μπράιεν αμφισβητεί ότι η Αδελφότητα υπάρχει πραγματικά και ότι βιβλίο του Γκολντστάιν είναι γνήσιο. Τον απειλεί ακόμη ότι το ημερολόγιό του θα καταστραφεί και θα εξαλειφθεί κάθε θύμησή του (σε αντίθεση με τη Σιδερένια Φτέρνα, όπου το ημερολόγιο της Έβερχαρντ διασώζεται· μια αντίστιξη συνειδητή μάλλον, καθώς ο Όργουελ ήταν γνώστης και θαυμαστής του έργου). Τελικά, μετά από την απειλή να κλειστεί στο Δωμάτιο 101, το χειρότερο δωμάτιο βασανισμού όπου κάθε κρατούμενος υποβάλλεται στο μεγαλύτερο τρόμο του, ο Γουίνστον συνθηκολογεί και ορκίζεται πίστη στο Κόμμα και το Μεγάλο Αδελφό. Επιστρέφει προσωρινά στη δημόσια ζωή και σε μια συνάντηση με την Τζούλια ανακαλύπτουν ότι έχουν προδώσει ο ένας τον άλλο. Η Ωκεανία σημειώνει μια μεγάλη νίκη επί των ευρασιατικών στρατών και ο Γουίνστον ομολογεί ότι αγαπά τον Μεγάλο Αδελφό.

Η ταξική ιεραρχία που σκιαγραφεί ο Όργουελ στο 1984 δεν είναι ιδιαίτερα ρεαλιστική. Υποτιμά την κολοσσιαία μεταπολεμική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, για να παρουσιάσει σε διαρκή ισορροπία μια κοινωνία στασιμότητας ευρισκόμενη σε συνεχείς περιφερειακούς πολέμους. Οι προλετάριοί του είναι τόσο αμαθείς, αποχαυνωμένοι και αδιάφοροι, ώστε τα λόγια του ήρωά του, «Αν υπάρχει ελπίδα βρίσκεται στους προλετάριους»1, μένουν ένας ειλικρινής πόθος. Σε αυτό το καίριο σημείο το 1984 δεν μοιάζει με το πραγματικό 1984, όταν οι σύγχρονες τεχνολογικές επαναστάσεις έχουν εξαπλώσει πλατιά τη μόρφωση, μια διαδικασία που αναπόφευκτα παράγει κριτικές στάσεις απέναντι στη χειραγώγηση. Η χωρίς καπιταλιστές, στατική και παντοδύναμη μονοκομματική ιεραρχία που οικοδομεί εκπληρώνεται σήμερα αμιγώς στη Βόρεια Κορέα, με τον παρωδιακό χαρακτήρα της να αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να είναι μια καθολική κατάσταση αλλά μόνο μια εξαίρεση, ένα προϊόν καθυστέρησης. Βέβαια, η συγκεκριμένη δομή, με τους δυο πυλώνες της της χειραγώγησης και της σπάνης, είναι αναγκαία στον Όργουελ για να στηρίξει την καταθλιπτική παντοδυναμία του ολοκληρωτισμού. Είναι ακόμη εν μέρει δικαιολογημένη και ανταποκρίνεται καλύτερα στις συνθήκες του Μεσοπολέμου, όταν οι αποσυνθετικές τάσεις και οι πόλεμοι είχαν όντως το πάνω χέρι.

Η παθητική απεικόνιση των προλετάριων δεν είναι το μόνο κοινό σημείο με τη Φάρμα των Ζώων, όπου τα ζώα δίνουν μια παρόμοια εικόνα. Στο 1984 επίσης έχουμε να κάνουμε με τον εκφυλισμό μιας επανάστασης. Και ενώ η ιστορία λαμβάνει χώρα στην Αγγλία, οι αναλογίες ανάμεσα στην Αστυνομία Σκέψης, τους βασανισμούς, τις ομολογίες, και τις εξαφανίσεις των κρατουμένων, τη ζωή στα κάτεργα και τους τόπους εξορίας, κοκ, με τις σταλινικές εκκαθαρίσεις, τη μυστική αστυνομία και τα Γκούλαγκ είναι παραπάνω από προφανείς. Η ίδια η μορφή του Μεγάλου Αδελφού με το μουστάκι και το πατρικό ύφος της παραπέμπει στον Στάλιν, ενώ οι λιτανείες και τα τυπικά του Κόμματος ακολουθούν αρκετά πιστά το μοντέλο της σταλινικής προπαγάνδας.

Αυτές οι αναφορές αξιοποιούνται συχνά από αντικομμουνιστές κριτικούς για να παρερμηνεύουν το 1984 ως μια καταδίκη των τρόμων κάθε επανάστασης και μια δικαίωση του καπιταλισμού. Και δεν είναι μόνο αυτοί. Ακόμη και σοβαροί διανοητές παρασύρονται σε παρόμοια συμπεράσματα. Ο γνωστός μαρξιστής ιστορικός Ι. Ντόιτσερ π.χ. υποστηρίζει:

«Είναι γεγονός ότι ο συμβολισμός του 1984 είναι χοντροκομμένος· ότι το κύριο σύμβολό του, ο Μεγάλος Αδελφός, μοιάζει με το σκιάχτρο ενός μάλλον άτεχνου παιδικού παραμυθιού· και ότι η ιστορία του Όργουελ εκτυλίσσεται σαν την πλοκή μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας της φτηνότερης ποικιλίας… Ο Όργουελ στερείται τον πλούτο και τη λεπτότητα της σκέψης και τη φιλοσοφική απόσπαση του μεγάλου σατιρικού. Η φαντασία του είναι άγρια και μερικές φορές διεισδυτική, αλλά της λείπει το εύρος, η ελαστικότητα και η πρωτοτυπία… “Έχετε διαβάσει αυτό το βιβλίο; Πρέπει να το διαβάσετε, κύριε. Τότε θα ξέρετε γιατί πρέπει να ρίξουμε την ατομική βόμβα στους Μπολσεβίκους!” Με αυτά τα λόγια ένας τυφλός, άθλιος πωλητής ειδήσεων μου συνέστησε το 1984 στη Νέα Υόρκη, λίγες εβδομάδες πριν από το θάνατο του Όργουελ. Ο καημένος Όργουελ, θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι το δικό του βιβλίο θα γινόταν τόσο σημαντικό στοιχείο στο πρόγραμμα της Εβδομάδας Μίσους;»2

Ο Ντόιτσερ κατηγορεί ακόμη το 1984 για «έλλειψη πρωτοτυπίας» και αντιγραφή του Εμείς. «Ο Όργουελ», εκτιμά, «δανείστηκε την ιδέα του 1984, την πλοκή, τους πρωταγωνιστές, τα σύμβολα και όλο το κλίμα της ιστορίας του από έναν Ρώσο συγγραφέα που έχει παραμείνει σχεδόν άγνωστος στη Δύση. Αυτός ο συγγραφέας είναι ο Εβγκένι Ζαμιάτιν και ο τίτλος του βιβλίου που υπηρέτησε τον Όργουελ ως μοντέλο είναι Εμείς»3.

Αυτές οι συναγωγές απέχουν πολύ από την αλήθεια. Μια σύγκριση του 1984 με το Εμείς είναι εδώ αποκαλυπτική, αντικρούοντας τα συμπεράσματα του Ντόιτσερ.

Στο Εμείς του Ζαμιάτιν δεν υπάρχει καμιά αντίστιξη ανάμεσα στην επανάσταση και το ολοκληρωτικό Ένα Κράτος, ώστε να συνάγεται εύλογα ότι ο ολοκληρωτισμός είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα της επανάστασης και να προβάλλει ως διέξοδος η επιστροφή σε κάποιο είδος θρησκείας. Στο 1984, αντίθετα, η επανάσταση είναι το πολύ ένας τύπος, μια ετικέτα του ολοκληρωτικού καθεστώτος, χωρίς να υπονοείται διόλου ότι αυτό αποτελεί τη νόμιμη συνέχειά της· απεναντίας, οι διαρκώς εντεινόμενες πλαστογραφίες της ιστορίας από το Υπουργείο Αλήθειας υποδηλώνουν ότι το ακριβώς αντίθετο αληθεύει. Ο ίδιος ο Όργουελ στηρίζει αυτό το συμπέρασμα σε όχι λίγα σημεία. Συνδέει την πλαστογράφηση του παρελθόντος με το σταμάτημα της ιστορίας, στο οποίο εντοπίζει την ουσία του αυταρχικού ολοκληρωτισμού, βάζοντας τον ήρωά του να λέει:

«Ήδη δεν ξέρουμε τίποτα για την Επανάσταση και τα χρόνια πριν από την Επανάσταση. Κάθε αρχείο έχει καταστραφεί ή παραποιηθεί, κάθε βιβλίο έχει ξαναγραφτεί, κάθε πίνακας έχει ξαναζωγραφιστεί, κάθε άγαλμα, δρόμος ή κτίριο έχει αλλάξει όνομα, κάθε ημερομηνία έχει αλλάξει… Η ιστορία έχει σταματήσει. Δεν υπάρχει τίποτα εκτός από ένα ατέρμονο παρόν, κατά το οποίο το Κόμμα έχει πάντα δίκιο»4.

Οι αντιδραστικοί μπορεί να βλέπουν σε αυτά μια καταδίκη του κομμουνισμού. Στην πραγματικότητα, είναι μόνο μια καταδίκη του σταλινισμού και μαζί της παρακμάζουσας αστικής τάξης, οι ιδεολόγοι της οποίας διακηρύσσουν μονότονα το «τέλος της ιστορίας». Οι μαρξιστές και οι προοδευτικοί στοχαστές, αντίθετα, αναφέρονταν πάντα ουσιωδώς στην ιστορία.

Η αποθέωση της αίρεσης, με τον σύμφυτο υποκειμενισμό της, φαίνεται σαν ένα κοινό σημείο ανάμεσα στο Εμείς και το 1984. Αλλά μόνο από πρώτη ματιά. Σε αντίθεση με τον Ζαμιάτιν ο Όργουελ στέκει στο έδαφος της αντικειμενικής πραγματικό- τητας και της λογικής, με την αίρεση να αντιπροσωπεύει ένα συνώνυμο για την απαγόρευσή της. Βάζει τον Γουίνστον να λέει, αναφερόμενος στη υποκειμενιστική φιλοσοφία του Κόμματος: «Όχι απλώς η εγκυρότητα της εμπειρίας, αλλά και η ίδια η ύπαρξη της εξωτερικής πραγματικότητας ήταν κάτι που η φιλοσοφία τους αρνούνταν σιωπηρά. Η αίρεση των αιρέσεων ήταν η κοινή λογική». Αργότερα, ανακρινόμενος από τον Ο’ Μπράιεν, του επισημαίνει τον αντικειμενικό χαρακτήρα της πραγματικότητας, τον οποίο εξαλείφουν οι διαρκείς πλαστογραφίες της ιστορίας. «Αλλά ολόκληρο το σύμπαν είναι έξω από εμάς. Κοίτα τα άστρα! Κάποια από αυτά είναι ένα εκατομμύριο έτη φωτός μακριά… Για εκατομμύρια χρόνια η γη ήταν ακατοίκητη». Σε αυτό ο Ο’ Μπράιεν απαντά: «Ανοησίες. Η γη είναι τόσο παλιά όσο και εμείς. Πώς θα μπορούσε να είναι παλαιότερη; Τίποτα δεν υπάρχει, παρά μόνο μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση». Ο Ο’ Μπράιεν παραδέχεται μάλιστα ότι η άποψή του αντιπροσωπεύει ένα «συλλογικό σολιψισμό»5.

Εδώ ο Όργουελ συναντά εν αγνοία του τον Λένιν, ο οποίος αφιέρωσε ένα διάσημο φιλοσοφικό έργο του, το Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, στην καταπολέμηση του υποκειμενικού ιδεαλισμού και των σολιψιστικών συνεπειών του. Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός, έδειξε ο Λένιν, βάζοντας στο κέντρο την ατομική συνείδηση και εξαρτώντας την πραγματικότητα από αυτή, οδηγεί αναπόφευκτα στο σολιψισμό, την αντίληψη ότι το μόνο αυθεντικά υπαρκτό είναι το εγώ και ο κόσμος υπάρχει μέσα στη συνείδησή του. Αυτές οι θεωρήσεις κυριαρχούσαν στα νεοκαντιανά και νεομπερκλεϊκά αστικά φιλοσοφικά ρεύματα των αρχών του 20ού αιώνα και, μέσω του νιτσεϊσμού, συνεχίζονται αμείωτα ως σήμερα. Οι μαρξιστές, αντίθετα, στέκονταν πάντα στο έδαφος του υλισμού και της αναγνώρισης μιας ανεξάρτητης από τη συνείδηση αντικειμενικής πραγματικότητας. Ακόμη και αν ο Όργουελ δεν ακολουθεί με συνέπεια αυτή την άποψη στις κοινωνιολογικές παρατηρήσεις του, η υιοθέτησή της τον διαφοροποιεί ισχυρά από τον Ζαμιάτιν.

Ο Όργουελ είχε διαβάσει το Εμείς και έκανε ορισμένες θετικές αναφορές σε αυτό: «Η διαισθητική αντίληψη της παράλογης πλευράς του ολοκληρωτισμού –ανθρώπινη θυσία, σκληρότητα ως αυτοσκοπός, λατρεία ενός Ηγέτη που του αποδίδονται θεϊκές ιδιότητες– είναι που κάνει το βιβλίο του Ζαμιάτιν ανώτερο από εκείνο του Χάξλεϊ». Δεν παρέλειπε όμως να εκφράζει ισχυρές επιφυλάξεις, ότι «δεν πρόκειται για ένα βιβλίο πρώτης γραμμής». Ο Ντόιτσερ παραθέτει αυτή την εκτίμηση χωρίς να εντοπίζει τι δυσαρεστούσε τον Όργουελ. Στο φως των παραπάνω είναι σαφές ότι τον απωθούσε ακριβώς ο συντηρητικός αντιδιαφωτισμός και αντιορθολογισμός του Ζαμιάτιν.

Το 1984 έχει παράλληλα και με τον Γενναίο Νέο Κόσμο του Χάξλεϊ, με μια κομβική προβληματική και των δύο να περιστρέφεται γύρω από τον δικτατορικό πόθο της εξουσίας ως αυτοσκοπό. Με την κυκλοφορία του έργου ο Χάξλεϊ αλληλογράφησε με τον Όργουελ εκθέτοντάς του τις απόψεις του πάνω στο θέμα. Όπως έγραφε:

«Το αν στην πραγματικότητα η πολιτική της μπότας μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον [μου] φαίνεται αμφίβολο. Η δική μου πεποίθηση είναι ότι η κυβερνώσα ολιγαρχία θα βρει λιγότερο επίπονους και σπάταλους τρόπους διακυβέρνησης και ικανοποίησης του πόθου της για εξουσία, και αυτοί οι τρόποι θα μοιάζουν με εκείνους που περιέγραψα στον Γενναίο Νέο Κόσμο… Μέσα στην επόμενη γενιά πιστεύω ότι οι ηγέτες του κόσμου θα ανακαλύψουν ότι η προετοιμασία των βρεφών και η ναρκούπνωση είναι πιο αποτελεσματικά, ως όργανα διακυβέρνησης, από τα γκλομπ και τις φυλακές, και ότι ο πόθος για εξουσία μπορεί να ικανοποιηθεί εξίσου πλήρως υποδεικνύοντας στους ανθρώπους να αγαπήσουν την υποδούλωσή τους όσο και με το να τους εξαναγκάζουν σε υποταγή με το μαστίγιο και τις κλωτσιές»6.

Αυτή η πρόβλεψη του Χάξλεϊ δεν επιβεβαιώθηκε. Οπωσδήποτε, η τεχνολογία αποδείχτηκε ένα βασικό εργαλείο για τη μαζική χειραγώγηση, όχι όμως σαν υποκατάστατο αλλά μάλλον σαν μια επικάθηση πάνω στην ωμή βία και την αστυνόμευση, που συνέχισαν να διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο. Είναι ένα προσόν του 1984 απέναντι στον Χάξλεϊ αλλά και του Ζαμιάτιν ότι συμβαδίζει σε αυτό το σημείο πολύ καλύτερα με την πραγματική τροχιά της ιστορίας. Σε όλο το έργο η ωμότητα της καταπίεσης είναι στο προσκήνιο, βρίσκοντας το κορύφωμά της στο κελί 101, όπου κάθε κρατούμενος έρχεται αντιμέτωπος με το ειδικό γι’ αυτόν χειρότερο βασανιστήριο. Αυτή η ωμότητα και η ολοκληρωτική εξουσιαστική αντίληψη των κρατούντων, η οποία ανάγει τη δύναμη και την κυριαρχία σε αυτοσκοπό, ήταν πάντα ένα σήμα κατατεθέν των κυρίαρχων τάξεων στην πτώση τους, όταν δεν έχουν να επιδείξουν τίποτα το δημιουργικό. Ο Όργουελ βάζει τον Ο’ Μπράιεν να τη διακηρύσσει με τα παρακάτω λόγια:

«Η πραγματική δύναμη, η δύναμη για την οποία πρέπει να αγωνιζόμαστε νυχθημερόν, δεν είναι η δύναμη πάνω στα πράγματα αλλά πάνω στους ανθρώπους… Πώς επιβεβαιώνει κανείς τη δύναμή του πάνω σε έναν άλλο;… Με το να τον κάνει να υποφέρει. Η υπακοή δεν αρκεί. Αν δεν υποφέρει, πώς μπορείς να είσαι σίγουρος ότι υπακούει στη δική σου θέληση και όχι στη δική του; Δύναμη είναι το να προκαλείς πόνο και εξευτελισμό. Δύναμη είναι το να κάνεις το ανθρώπινο μυαλό κομμάτια και να το τοποθετείς σε νέα σχήματα, τα οποία εσύ επιλέγεις. Αρχίζεις να βλέπεις, λοιπόν, τι είδους κόσμο δημιουργούμε;… Ένας κόσμος φόβου, προδοσίας και βασανιστηρίων, ένας κόσμος όπου ποδοπατάς και σε ποδοπατούν, ένας κόσμος που δεν θα γίνεται λιγότερο αλλά περισσότερο ανελέητος όσο βελτιώνει τον εαυτό του. Πρόοδος στον κόσμο μας θα είναι η πρόοδος προς περισσότερο πόνο… Στον κόσμο μας δεν θα υπάρχουν συναισθήματα εκτός από τον φόβο, την οργή, τον θρίαμβο και την αυτοταπείνωση. Όλα τα άλλα θα τα καταστρέψουμε»7.

Οι κτηνώδεις αρχές που εκθέτει εδώ ο Όργουελ φέρνουν στο νου τη νιτσεϊκή αποθέωση της γυμνής, καταστροφικής δύναμης, της κυριαρχίας ως αυτοσκοπό, την οποία ο Νίτσε ανυψώνει κυνικά σε αξία, ακριβώς όπως κάνει και ο Ο’ Μπράιεν. Ήταν πάντα οι αρχές των κυρίαρχων τάξεων οι οποίες προσφεύγουν στη βία για να διατηρήσουν την παρωχημένη τάξη τους. Ο μαρξιστικός σοσιαλισμός δεν είχε ποτέ τέτοιες αρχές· αναφερόταν αδιάλειπτα στην αντιστοιχία με την πραγματικότητα, την αντικειμενική αλήθεια, ως κριτήριο για την αξιολόγηση της πράξης και της υποκείμενης σε αυτή δύναμης.

Ο Όργουελ δίνει ιδιαίτερο βάρος στην απεικόνιση των διανοητικών όρων της χειραγώγησης, της επίμονης πλύσης εγκεφάλου ώστε να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος που συνδέει κάθε υγιή ανθρώπινη ύπαρξη με την πραγματικότητα. Οι χειραγωγικές τεχνικές της Νεομιλίας και της Διπλοσκέψης δεσπόζουν στο 1984. Η Διπλοσκέψη, όπως το μαρτυρά ο όρος, συνίσταται στην ταυτόχρονη διαβεβαίωση για το ίδιο πράγμα δυο εντελώς αντικρουόμενων προτάσεων, οι οποίες δεν μπορεί να αληθεύουν ταυτόχρονα. Τη συνοψίζουν τα τρία «συνθήματα του Κόμματος»: «Ο πόλεμος είναι ειρήνη. Η ελευθερία είναι σκλαβιά. Η άγνοια είναι δύναμη»8. Η Διπλοσκέψη βρίσκεται στον πυρήνα της Νεομιλίας, της βασισμένης στην αλλαγή του νοήματος των λέξεων γλώσσας, της οποίας η εκμάθηση και επιδέξια εφαρμογή αποτελεί όρο για να αποδεικνύει κανείς την πίστη του στο Κόμμα.

Η αναφορά του Όργουελ στο σταλινισμό ως μοντέλο Διπλοσκέψης είναι πρόδηλη και δικαιολογημένη. Την εφάρμοζε πιστά ο Στάλιν όταν διαβεβαίωνε ότι στην ΕΣΣΔ οικοδομούνταν ο πλήρης κομμουνισμός και ότι σε αυτό τον κομμουνισμό το κράτος, αντί να απονεκρωθεί σύμφωνα με τις προβλέψεις των κλασικών, θα δυνάμωνε για λόγους προστασίας από την ιμπεριαλιστική περικύκλωση. Πολλές διακηρύξεις του Ζαχαριάδη και των σύγχρονων νεοσταλινικών ανήκουν επίσης στην ίδια κατηγορία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δογματικά απολυτοποιημένες και ασύμβατες προτάσεις συνενώνονται σε μια κακοφωνία που μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο από χειραγωγημένα αυτόματα.

Για τον Στάλιν και τους ομοίους του ψευδο-κομμουνιστές εξουσιαστές αυτή η αυτοαντιφατική λογική δεν ήταν απλά ένα βολικό μέσο για την κυνική άσκηση της εξουσίας τους, κάτι το εξωτερικό. Πήγαζε οργανικά και αναπόδραστα από την ανάγκη να εμφανίζεται η συνεχής, μεγεθυνόμενη διαστροφή της επανάστασης ως η πιστή συνέχισή της· μια αντίφαση που ο Όργουελ αναδεικνύει απαράμιλλα στη Φάρμα των Ζώων. Από τη στιγμή που ο σταλινικός φανατισμός απέτρεπε από κάθε αναγνώριση λαθών και κάθε διορθωτικό βήμα όσο ήταν δυνατό –αυτό όντας ένα πυρηνικό γνώρισμα κάθε ολοκληρωτικής λογικής– δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα εκτός από τη διαρκή και διαρκώς εντεινόμενη παραχάραξη της αλήθειας στο όνομά της. Αυτή την ωμή περιφρόνηση των γεγονότων ως την πλήρη αντιστροφή τους και τον παραλογισμό, αποτυπώνει η έννοια της Διπλοσκέψης.

Υπάρχουν φυσικά πολύ καλύτερες εκτιμήσεις προοδευτικών στοχαστών για το 1984 από εκείνες του Ντόιτσερ. Ο Έριχ Φρομ προβαίνει σε μερικές εύστοχες, ισορροπημένες κρίσεις τόσο για το ίδιο το έργο, όσο και για τις συνδέσεις του με τις δυστοπίες του Ζαμιάτιν και του Χάξλεϊ:

«Το 1984 του Όργουελ είναι η έκφραση μιας διάθεσης και είναι μια προειδοποίηση. Η διάθεση που εκφράζει είναι αυτή της σχεδόν απελπισίας γύρω από το μέλλον του ανθρώπου, και η προειδοποίηση είναι ότι εκτός και αν αλλάξει η πορεία της ιστορίας, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θα χάσουν τις πιο ανθρώπινες ποιότητές τους, θα γίνουν άψυχα αυτόματα και δεν θα έχουν καν επίγνωση αυτού… Οι τρεις αρνητικές ουτοπίες διαφέρουν μεταξύ τους στη λεπτομέρεια και την έμφαση. Το Εμείς του Ζαμιάτιν, γραμμένο στη δεκαετία του 1920, έχει περισσότερα κοινά γνωρίσματα με το 1984 παρά με τον Γενναίο Νέο Κόσμο του Χάξλεϊ… Μπορεί να πει κανείς ότι τα παραδείγματα του Ζαμιάτιν και του Όργουελ μοιάζουν περισσότερο με τη σταλινική και τη ναζιστική δικτατορία, ενώ ο Γενναίος Νέος Κόσμος του Χάξλεϊ είναι μια εικόνα της ανάπτυξης του Δυτικού βιομηχανικού κόσμου, εφόσον συνεχίζει να ακολουθεί την παρούσα τάση χωρίς θεμελιώδη αλλαγή… Βιβλία όπως εκείνο του Όργουελ είναι ισχυρές προειδοποιήσεις και θα ήταν εξαιρετικά ατυχές αν ο αναγνώστης ερμήνευε αυτάρεσκα το 1984 ως μια ακόμη περιγραφή της σταλινικής βαρβαρότητας, και αν δεν δει ότι εννοεί επίσης εμάς»9.

Η αλήθεια βρίσκεται πολύ κοντύτερα στον Φρομ παρά στον Ντόιτσερ. Ωστόσο, ο Φρομ αποτυχαίνει να δει τις όχι και τόσο δυσδιάκριτες διαφορές ανάμεσα στον Ζαμιάτιν και τον Όργουελ· κατόπιν όλων το Εμείς, γραμμένο το 1921, σε μια περίοδο που δεν υπήρχε ακόμη ο σταλινισμός, ήταν μια επίθεση στην Οκτωβριανή Επανάσταση, κάτι που δεν ισχύει για το 1984. Ένα ερωτηματικό πρέπει να μπει επίσης στις εκτιμήσεις του Φρομ στο ίδιο δοκίμιο ότι το 1984 αντιστρέφει την αισιόδοξη οπτική του δυτικού πολιτισμού, όπως αυτή κρατά ήδη από την Αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη10. Όπως είδαμε ο Όργουελ απεικονίζει συνειδητά και κριτικά μια κατάσταση στην οποία η ιστορία έχει σταματήσει, τοποθετούμενος έτσι στο έδαφος της ιστορίας.

1 1984, Αργοναύτης, σελ. 85.

2 Ι. Ντόιτσερ, «1984 – The Mysticism of Cruelty», https://www.marxists.org/archive/deutscher/1955/1984.htm.

3 Στο ίδιο.

4 1984, σελ. 180.

5 1984, σελ. 97, 303, 304.

6 Παρατίθεται στη Wikipedia «Nineteen Eighty-Four», https://en.wikipedia.org/wiki/Nineteen_Eighty-Four.

7 Εδώ, σελ. 304-305.

8 1984, σελ. 12.

9 Ε. Φρομ, «Επίλογος», στο Τζ. Όργουελ, 1984, New American Library, Νέα Υόρκη 1961, σελ. 257, 260, 267.

10 Στο ίδιο, σελ. 257.

1984: το εμβληματικό αριστούργημα του Τζορτζ Όργουελ

*Συγγραφέας, μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.