Η μη συνεπής εφαρμογή των κυρωμένων Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας και του αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη από την Ελλάδα καθίσταται φανερή και εκτός των κυρώσεων μέσα από δύο πρόσφατες εκθέσεις, της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΕΕΚΔ).
Οπως υπογραμμίζει η ΓΣΕΕ, που έστειλε παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή των διεθνών δεσμευτικών κανόνων για την προστασία θεμελιωδών εργατικών δικαιωμάτων στα δύο ελεγκτικά όργανα, αυτά προχώρησαν σε εκτενείς παρατηρήσεις. Συγκεκριμένα, συστήνεται η ρύθμιση του κατώτατου μισθού σε αξιοπρεπές επίπεδο, ο σεβασμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά και η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής τους.
Επίσης, τονίζεται η ανάγκη για την ενίσχυση των υποχρεώσεων κοινωνικής προστασίας του κράτους, με διασφάλιση του δικαιώματος στη στέγαση μέσω προσιτών ενοικίων και επαρκών παροχών, προστασία από την ενεργειακή φτώχεια, σταθερή πρόσβαση σε ενέργεια, διασφάλιση αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου και προστασία από τον πληθωρισμό μέσω αναπροσαρμογής των κοινωνικών παροχών και της κοινωνικής ασφάλισης.
Αναφορικά με το πλαίσιο καταπολέμησης της ανεργίας, απαιτείται η διασφάλιση πρόσβασης σε εργασία με αντιστοίχιση των προσόντων των εργαζομένων, χωρίς αποκλεισμούς. Αλλωστε, σύμφωνα με τη Εurostat, η χώρα μας παραμένει προτελευταία στα ποσοστά απασχόλησης αλλά δεύτερη στους υπερπροσοντούχους εργαζόμενους.
Η ΕΕΚΔ ζητά ακόμη από την ελληνική κυβέρνηση να ενισχύσει τις προσπάθειές της για την αποτελεσματική μείωση του επίμονου μισθολογικού χάσματος μεταξύ των δύο φύλων και να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες του, όπως ο επαγγελματικός διαχωρισμός μεταξύ των δύο φύλων, τα στερεότυπα των δύο φύλων και η άνιση κατανομή της μη αμειβόμενης εργασίας φροντίδας μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Μάλιστα, η ΕΕΚΔ αποδοκιμάζει τη συνεχιζόμενη έλλειψη επικαιροποιημένων στατιστικών στοιχείων για το μισθολογικό χάσμα, καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία από το 2019 έως το 2023. Η κυβέρνηση καλείται ευρύτερα να αποστείλει συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αξιολογηθούν τυχόν μέτρα συμμόρφωσής της και η αποτελεσματικότητά τους με στόχο την αδιάλειπτη λειτουργία σταθερών δομών κοινωνικού διαλόγου.
