ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Παπαδοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εκ νέου αναβρασμό τόσο σε δικαστικούς λειτουργούς όσο και σε νομικούς προκάλεσε η χθεσινή πρωτοβουλία της ηγεσίας του Αρείου Πάγου να παρέμβει πειθαρχικά κατά δικαστικών λειτουργών για την ουσία της δικανικής τους κρίσης. Αυτή τη φορά, υπό τον φόβο πειθαρχικής τιμωρίας βρίσκονται ο εισαγγελέας και η ανακρίτρια που χειρίζονται την υπόθεση για το κύκλωμα διαφθοράς που δρούσε στην Πολεοδομία της Ρόδου. Οι επτά κατηγορούμενοι σε βαθμό κακουργήματος, έπειτα από πολύωρη ανακριτική διαδικασία που κράτησε ώς το βράδυ της Δευτέρας, αφέθηκαν ελεύθεροι, με την επιβολή ωστόσο αυστηρότατων περιοριστικών όρων, μεταξύ των οποίων και εγγυοδοσίας από 20.000 έως 100.000 ευρώ κατά περίπτωση.

Η από κοινού γνωμοδότηση των δύο δικαστικών λειτουργών που έκριναν πως δεν συντρέχουν λόγοι προφυλάκισης για κανέναν κατηγορούμενο οδήγησε σε εκκίνηση πειθαρχικών διαδικασιών κατόπιν εντολής της προέδρου του Αρείου Πάγου, Ιωάννας Κλάπα, προς την πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης, Ασημίνα Υφαντή, δημιουργώντας εύλογους προβληματισμούς και ανησυχία στον δικαστικό κλάδο, καθώς πρόκειται για απόφαση που αφορά τον πυρήνα της ουσιαστικής δικαιοδοτικής κρίσης. Μάλιστα, η απόφαση του Αρείου Πάγου για εκκίνηση πειθαρχικής έρευνας πριν καν ζητήσει να λάβει γνώση της δικογραφίας έρχεται σε σύγκρουση με τον ίδιο τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ο οποίος με ρητή διάταξη (ν. 4938/2022) υπογραμμίζει ότι η κρίση ενός δικαστικού λειτουργού κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

Αυτό το μήνυμα προς τους δικαστικούς λειτουργούς να λαμβάνουν αποφάσεις «προς το αυστηρότερο» για την ποινική μεταχείριση των κατηγορουμένων στο στάδιο της προφυλάκισης, επηρεάζοντας ταυτόχρονα την ανεξάρτητη κρίση τους, δεν είναι καινούργιο. Η αρχή είχε γίνει τον Ιούνιο του 2024, όταν η ηγεσία του Αρείου Πάγου, σε μια επικοινωνιακού τύπου κίνηση, έσπευσε να παραγγείλει πειθαρχική έρευνα σε βάρος των δύο δικαστών που έκριναν πως ο δικηγόρος Απόστολος Λύτρας δεν πρέπει να κριθεί προφυλακιστέος για την υπόθεση κακοποίησης σε βάρος τής εν διαστάσει, σήμερα, συζύγου του, Σοφίας Πολυζωγοπούλου.

Τότε, σφοδρές ήταν οι αντιδράσεις τόσο από πλευράς της Ολομέλειας του Δικηγορικού Συλλόγου της χώρας, που ζητούσε την παρέμβαση του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων (CCBE), όσο και από την πλειοψηφία της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία υπογράμμιζε πως η κρίση των δικαστών δεν μπορεί να υπαχθεί σε πειθαρχικό έλεγχο, ενώ συμπλήρωνε πως «η ανεξαρτησία του δικαστή –ζητούμενο και επιδίωξη μιας δημοκρατικής πολιτείας– καταλύεται όταν εισάγονται στη συνείδησή του υπολογισμοί και κριτήρια τρίτων που συνεπάγονται την αλλοτρίωση της προσωπικής του πεποίθησης με τη γνώμη εκείνων που μπορούν να του ασκήσουν πειθαρχικό έλεγχο».

Χθες η πρώτη επίσημη αντίδραση ήρθε από τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας, Κωνσταντίνο Μαργέλη, ο οποίος σε ανακοίνωσή του σημείωνε ότι «ο Ανακριτής και η Εισαγγελέας που χειρίστηκαν τη δικογραφία σε βάρος των πολεοδόμων της Ρόδου είναι οι μόνοι που έχουν πρόσβαση και γνωρίζουν το αποδεικτικό υλικό και οι μόνοι που μπορούν να κρίνουν τα κατάλληλα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού σε βάρος των κατηγορουμένων», ενώ συμπληρώνει πως «τέτοιου είδους παρεμβάσεις στην ουσιαστική κρίση Δικαστών και Εισαγγελέων προσφέρουν αρνητικές υπηρεσίες στη Δικαιοσύνη και οδηγούν σε ραγδαία οπισθοχώρηση της ορθής λειτουργίας της».