Απευθυνόμενη πολλές φορές απευθείας στο κοινό που γέμισε τη μεγάλη αίθουσα τελετών του Εφετείου, η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων επιχείρησε να ξεδιπλώσει το νομικό σκέλος πίσω από το σκεπτικό της πρότασής της, η οποία θα χρειαστεί συνολικά δύο συνεδριάσεις για να ολοκληρωθεί. Με την ίδια αμεσότητα αντιδρούσαν οι εκατοντάδες κάτοικοι της Ανατολικής Αττικής που, σε ένα έντονα φορτισμένο κλίμα, περίμεναν εναγωνίως στο ακροατήριο την εισαγγελική πρόταση και άλλοτε επευφημούσαν άλλοτε αποδοκίμαζαν τα λεγόμενα της Σταματίνας Περιμένη. Υστερα από μια τέτοια αποδοκιμασία, η συνεδρίαση διέκοψε απότομα, όταν η εισαγγελέας αναφέρθηκε στις κατηγορίες εξ αμελείας που αποδίδονται στους κατηγορούμενους:
«Στη βαριά αμέλεια έχει η Δικαιοσύνη τον τρόπο να επιβάλλει ποινές που να είναι αντίστοιχες με εκείνες του δόλου. Δεν μπορείς να αλλάξεις την κατηγορία γιατί θα την καταστρέψεις, θα ακυρωθεί στα ανώτερα δικαστήρια και υπάρχει και το όριο της παραγραφής […] Θεωρείτε ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι προέβλεψαν αυτήν την πανωλεθρία και την αποδέχθηκαν;» ρώτησε το ακροατήριο.
Ενστάσεις
Η ένταση από μεριάς των Ματιωτών –κάποιοι εκ των οποίων παρέμεναν όρθιοι και τις τρεις ώρες που διήρκεσε η αγόρευση– φάνηκε αμέσως, με φωνές και ενστάσεις, και η έδρα αποχώρησε για ολιγόλεπτη διακοπή. Επιστρέφοντας κατόπιν στην αίθουσα ενημέρωσε πως η συνέχεια της αγόρευσης θα γίνει σήμερα. Ολα αυτά σε ένα εκρηκτικό περιβάλλον, αφού η αίσθηση όσων βρίσκονταν στο ακροατήριο ήταν πως οι κάτοικοι κρέμονταν από τα χείλη της εισαγγελικής λειτουργού για μια εισήγηση που θα δικαιώσει τους πληγέντες και θα αντιστρέψει την πρωτοβάθμια απόφαση που επέβαλε ποινές εξαγοράσιμες σε έξι από τα 21 άτομα που κάθισαν στο εδώλιο για τη φονική πυρκαγιά και για την οποία ασκήθηκε έφεση. Μάλιστα, κάποιοι από τους κατοίκους του Ματιού μαζί με οργανώσεις και συλλογικότητες παρέμεναν συγκεντρωμένοι έξω από το Εφετείο καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης, διεκδικώντας δικαίωση για τους 106 νεκρούς.
Το κλίμα στην αίθουσα άλλαζε ανάλογα με τα λόγια της εισαγγελέως, που άλλοτε έκανε αναφορά σε «κακούς νόμους» και άλλοτε σε «κακά λαϊκά δικαστήρια». Νωρίτερα, ωστόσο, η εισαγγελική λειτουργός είχε επιρρίψει ευθύνες σε όλους, ακόμη και στους αυτοδιοικητικούς που πρωτοδίκως είχαν αθωωθεί. «Η νομοθεσία προβλέπει ότι οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και φορείς συνδράμουν με υλικά και μέσα. Αυτό όμως είναι υποχρέωση στην κατασταλτική δράση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και έχουν την υποχρέωση ενεργειών για λόγους πολιτικής προστασίας», σημείωσε για να συμπληρώσει λίγο αργότερα: «Την αρμοδιότητα αυτή τη δίνει ο νομοθέτης γιατί ο αυτοδιοικητικός γνωρίζει την περιοχή. Ο πυροσβέστης βρίσκεται σε ένα σημείο, αλλά δεν ξέρουν την περιοχή. Σήμερα ο πιλότος πετάει στο Μάτι, αύριο στην Κέρκυρα. Οι ΟΤΑ ξέρουν το ανάγλυφο, το πολεοδομικό δίκτυο, τις ακτές του. Ξέρουν τους ανθρώπους».
«Δεν προλάβαμε»
Χειροκροτήματα δέχτηκε η εισαγγελέας όταν, αναφερόμενη στο προληπτικό μέτρο της οργανωμένης απομάκρυνσης, υπογράμμισε πως «αυτό που ειπώθηκε ότι “δεν προλάβαμε, δεν μας είπαν” δεν ισχύει σαν σύλληψη θεωρητική. Οταν έχεις μια καταστροφή που έχει αρχίσει να εξελίσσεται οφείλεις να προβλέψεις και να ενεργήσεις εγκαίρως. Είτε να αποτρέψεις είτε να περιορίσεις τις συνέπειες. Αυτό ως αυτοτελής υποχρέωση γεννά ένα ζήτημα. Δεν μπορεί ο έχων την υποχρέωση να περιμένει κάποιον άλλο. Ο νομοθέτης όμως είχε κατά νου ότι ένας άνθρωπος που έχει να διαχειριστεί μια φωτιά δεν μπορεί να τα κάνει όλα».
Αντιδράσεις υπήρξαν και αργότερα, όταν αναφέρθηκε στις εντολές για τα εναέρια μέσα και στην υποχρέωση της εκτέλεσης εντολών, με το κοινό να απαντά:
Εισαγγελέας: Πώς θα αποφασίσει ένας πιλότος όταν σηκώσει το εναέριο μέσο αν κάνει σωστά που είναι εκεί; Το πού θα πάει είναι δουλειά αλλουνού…
Κάτοικος στο ακροατήριο: Αν του πει να πάει στον γκρεμό, θα πάει;
Πρόεδρος: Σας παρακαλώ…
Δεύτερος κάτοικος: Τον πόνο της λέει.
Εισαγγελέας: Τον πόνο σας, κυρία μου, μόνο εσείς τον ξέρετε. Για εμάς είναι ξένος πόνος. Θέλετε να πάει φυλακή ένας άνθρωπος άδικα; Ακόμη και οι άνθρωποι που φίλησαν τα καμένα παιδιά τους, κανένας δεν θέλει να τιμωρηθεί κάποιος αθώος, ούτε να επιβληθεί σε κάποιον άδικα κάποια ποινή.
