Γιατί όχι, αρκεί να κρατάνε στα χέρια τους το «αξίωμα της συμπερίληψης». Δηλαδή, ό,τι ονομάσθηκε «axiom of comprehension», λειτουργώντας μάλιστα ως «αξίωμα της αφαίρεσης» και χωρίς να αποσιωπάται η λειτουργία της «compression» ως «συμπίεσης», εφόσον η «κατανόηση» αναγορεύεται «αριστεία» που αρδεύεται σε «ισχυρή κοινωνία». Με ενδεικτικό παράδειγμα τη «συμπερίληψη» του όρου «τετράγωνο». Μόνο που στο πεδίο της παιδείας είχε, χρόνια τώρα, εκτεθεί ως «διαθεματικότητα».
Πάντα έτρεφα μια ειδική «αλλεργία» για το «σημειωτικό τετράγωνο» και ό,τι επιχειρεί να «τετραγωνίσει» τα έργα τέχνης σε κάποια καινούργια προκρούστεια κλίνη. Δηλαδή ό,τι εξέρχεται του «τετραγώνου» με τη βία θα χωθεί μέσα του, ειδάλλως θα αφαιρεθεί ως μη υπάρχον; Διακριτικά σε φίλους και χωρίς περιστροφές, σε απλώς γνώριμους ή αγνώστους, κοινοποιούσα αυτήν τη δυσφορία. Παρόμοιας καταγωγής είναι ο τρόπος εφαρμογής της «διαθεματικότητας» που θα μπορούσε να περιλάβει, για μικρούς και μεγάλους, για παράδειγμα τη διδασκαλία της ιστορίας της φιλοσοφίας και την προϋποτιθέμενη μελέτη της.
Η προβαλλόμενη ως «κατασκευοκρατία» δεν περιορίζεται βέβαια σε κάποιο παιδικό παιγνίδι κατασκευών με πολλές δυνατότητες. Αντίθετα προς αυτήν την πρακτική συντελείται η διαρκής ανάδραση από το «κείμενο» στο «συγκείμενο», γεγονός που δεν επιτρέπει την ενθάρρυνση του σχηματοποιού από την Ελέα των βραδύκαυστων μηχανισμών που κρύβουμε μέσα μας. Ετσι αφήνει περιθώρια στον φιλίστορα να προσπερνά τις άπνοες τοιχογραφίες, δηλαδή χωρίς ιστορικό σφρίγος και δυναμική κοινωνικών αντιπαραθέσεων, όπως θα ήθελε η «συστημική θεωρία» να τις συμμαζέψει. Η διαρκής δοκιμασία των κριτηρίων, με τα οποία καθίσταται έγκυρη η ιστορικοκριτική θεώρηση της πραγματικότητας, στρέφεται κατευθείαν προς τα ιστορικά όρια των προθέσεων «αντικειμενικότητας», χωρίς συνάμα να διολισθήσει στην παγίδα του σχετικισμού. Σ’ αυτήν πάντως αφέθηκε εκείνος που διέκρινε στην ιστορία την «έκτη αίσθηση» του Ευρωπαίου. Μόνο που ήταν ο ίδιος που περιφρονούσε τους «ειδωλολάτρες των εννοιών» και τους «κατασκευαστές συστημάτων»…
Το αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου προσφέρεται κάθε φορά για την «προτυποποίηση» και τον έλεγχο της παρεχόμενης γνώσης: cujus regio, ejus classificatio. Οι εμπνευστές της Απόφασης για το «Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών» σκιαγραφούν το δικό τους «μοντέλο» για την οργάνωση και το αντικείμενο της «διδακτέας ύλης». Ετσι διαβεβαιώνουν ότι η «έννοια του συστήματος σχετίζεται και με την ολιστική θεώρηση της πραγματικότητας», που με τη σειρά της «γίνεται αντιληπτή ως σύνολο επιμέρους συστημάτων τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους». Κι ακόμη «το ίδιο συμβαίνει και με τα μέρη από τα οποία αποτελείται κάθε σύστημα». Κι αφού λοιπόν δεν απομένει τίποτε εκτός «συστήματος», δηλαδή έξω από ένα «σύνολο πραγμάτων του οποίου τα μέρη βρίσκονται μεταξύ τους σε στενή σχέση αλληλεπίδρασης», εκτοξεύεται η προσδοκία ότι η «αφομοίωση εκ μέρους των μαθητών αυτής της αντίληψης περί συστήματος» μπορεί να «συμβάλει στην προώθηση και εμβάθυνση συγκεκριμένων αξιών της εκπαίδευσης». Τουτέστιν και απερίφραστα: της «εθνικής ανεξαρτησίας», της «δημοκρατίας» και της «κοινωνικής δικαιοσύνης».
Ως προς την τρίτη, όπως αναμενόταν, δεν δίδονται περαιτέρω διευκρινίσεις και ως προς τη δεύτερη το «δημοκρατικό πολίτευμα» εκλαμβάνεται ως «σύστημα» που με «ρυθμιστικούς παράγοντες» αποτρέπει τις «βίαιες συγκρούσεις» ικανοποιώντας «τελικά το κοινό συμφέρον». Ως προς την πρώτη «αξία» αυτής της τριάδας οι διασαφήσεις είναι εξόχως διδακτικές: η «εθνική ανεξαρτησία» θα «πρέπει να οικοδομείται στη βάση της αρμονικής αλληλεπίδρασης» των «στοιχείων» που κρίνονται «απαραίτητα για την ύπαρξη του έθνους», «είτε πρόκειται για κοινωνικές ομάδες είτε για θεσμούς είτε για ιδέες». Κι ακόμη θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το σύστημα «ελληνικό έθνος» λειτουργεί σε διαρκή αλληλεπίδραση με τα «συστήματα των άλλων εθνών» και θα πρέπει να επιδιώκεται ώστε αυτή η «αλληλεπίδραση να είναι αμοιβαία επωφελής»!
Το πώς συνταιριάζεται μια τέτοια ισχυρή δόση δεοντολογίας με τη «συστημική αντίληψη τnς πραγματικότητας» ή πώς αντίστοιχα η «συστημική αντίληψη του φυσικού περιβάλλοντος» (το οποίο μάλιστα εξαίρεται ως «υπερσύστημα») θα «αυξήσει την περιβαλλοντική ευαισθησία των μαθητών» (υποθέτω ότι δεν εννοείται με τον γραμματικό αυτόν τύπο το ένα φύλο του μαθητικού πληθυσμού) μόνον οι συντάκτες της Απόφασης το κατέχουν… Παραφράζοντας κάπως τον επιστημολόγο, μια και συζητούμε το επιστημολογικό τnς υπόβαθρο, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι διαχέει ένα «επιτυχές επικάλυμμα αγραμματοσύνης» που επειδή δεν αυτοαναλίσκεται σε κλειστό κύκλο ενδιαφερομένων συνεπάγεται και μια πολιτική πρακτική της «pensée unique».
Δεν έχω την πρόθεση να «θεματίσω», δηλαδή να προβλέψω την τύχη αυτών των εγχειριδίων και ιδίως την αποδοχή τους από διδάσκοντες και διδασκόμενους. Θα αρκούσαν ίσως τα πρώτα πέντε της πρώτης εκατοντάδας για να συμφωνήσουμε ότι το «παραρίξαμε στη θεματογραφία»; Ομως τι θα προκύψει, γενικότερα, από τον ορμαθό τέτοιων εγχειριδίων;
Λίγο θα θέλει να εδραιωθεί η «αυτοποίηση» (μια και ξενίζει ο όρος «αυτοματοποίηση») των ίδιων των συστημάτων να λειτουργούν (είναι άλλωστε αυτό που «υπολογίζεται») χωρίς το πρώτον κινούν ακίνητον. Δηλαδή, να αποτελέσουν τα ίδια τα «συστήματα» σχολικής γνώσης το αρχιμήδειο σημείο της οικείας (και όχι μόνο) πραγματικότητας που προδιαγράφεται, χωρίς δυνατότητες «ακτινογραφίας» του αφετηριακού σημείου της σύλληψής του. Ετσι δεν αποκλείεται να αναδυθεί ένας καινοφανής ρατσισμός, τρίτος κατά σειρά διαδοχής, μετά την πρόταξη της «φυλής» και του «πολιτισμού», που θα συναρτάται με την αυθυπαρξία των «συστημάτων». Ποιος θα αντιπαρατεθεί σ’ αυτή τη «συστημική» εξουσία; Ή πώς θα βρεθούν αντισώματα «εις αίσθησιν όλου και μέρους»;
Τελευταία έχει αυξηθεί το ενδιαφέρον για την «κατασκευαστική», μια και ο πραγματικός κόσμος δυσκολότερα -τώρα και σε χειροπιαστό μέλλον- μεταβάλλεται. Η «εικονική» πραγματικότητα ωστόσο δεν αποτελεί απλώς παιγνίδι, αλλά κάποτε και «προπόνηση» για τη δημιουργία μιας άλλης απ’ αυτήν που βιώνεται προσεκτικά. Δηλαδή, αξιοποιώντας το «σύστημα» που τους περιβάλλει για να δείξουν το ενδεχόμενο αυτοϋπονόμευσής του.
Πέρα όμως απ’ αυτήν τη διάσταση ο κοινωνικός σχεδιασμός είναι μια δημιουργία ιστορική. Εργο των δυνάμεων εκείνων της κοινωνίας που την ωθούν σε πεδία πρωτόγνωρα οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής αυτονομίας. Αν οι ανάγκες του όντος πολλαπλασιάζονται και εμβαθύνονται, ακόμη περισσότερο το ίδιο παρατηρείται ως προς την εξεύρεση νέων μέσων για την ικανοποίησή τους. Ποιο ον συγκατατίθεται στον ακρωτηριασμό του; Ή ποιο αποδέχεται την αυτοτύφλωσή του στους κόλπους μιας θρυλούμενης ως «συμπεριληπτικής κοινωνίας» ;
Μάλλον θα επανέλθω…
* Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
