«Ζούσαν κάποτε δύο άνθρωποι με το όνομα Σάσα. Γεννήθηκαν τη δεκαετία του ενενήντα του εικοστού αιώνα σε κάποια πόλη αυτού του πλανήτη. Και μετά ήρθε ο εικοστός πρώτος αιώνας. Πήγαν σχολείο, μετά πανεπιστήμιο, και τώρα είναι εδώ. Αυτοί είναι οι άνθρωποι της τρίτης χιλιετίας. Κρατήστε τους ζωντανούς στη μνήμη σας όπως είναι».
Ας αρχίσουμε από το τέλος. Ανάποδα, από μέσα προς τα έξω. Ανορθόδοξα, αιρετικά, έτσι όπως κυλά η αφήγηση στο «Οξυγόνο» του κορυφαίου Ρώσου δραματουργού Ιβάν Βιριπάγιεφ, που παίζεται μέχρι τις 12 Ιανουαρίου στην κεντρική σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.
Οι πόρτες ανοίγουν. Πριν καν οι θεατές προλάβουν να καθίσουν στις θέσεις τους, ο σκηνοθέτης Γιώργος Κουτλής έχει δώσει το σύνθημα να ξεκινήσει η παράσταση. Εκεί ψηλά, στα όρια μιας άγνωστης χώρας, που εκτείνεται στα λίγα μέτρα που αντιστοιχούν στην σκηνή, μια παρέα νέων ανθρώπων, δονούνται ρυθμικά στους ήχους της Techno, που παίζει live στα decks.
Όπως αναφέρεται στο δελτίο τύπου, «δομημένη σε δέκα κεφάλαια, σαν μια μεταγραφή των Δέκα Εντολών, σαν μια νέα Καινή Διαθήκη», η αφήγηση εκτυλίσσεται δυναμικά στον ρυθμό μιας άρτιας χορογραφίας σωματοποιημένων νοημάτων και λέξεων.
Η παράσταση αρχίζει.
Σύνθεση Νο1, «ΧΟΡΟΙ»:
Αυτός: «Έχετε ακούσει αυτό που λέγανε τα χρόνια τα παλιά «Ου φονεύσεις! Κι όποιος φονεύσει, ως ένοχος, στην Κρίση θα σταλεί για να τιμωρηθεί!»; Εγώ ήξερα έναν τύπο που δεν άκουγε καλά, δεν άκουσε όταν του λέγαν «ου φονεύσεις!», φορούσε ακουστικά. Κι έτσι, πήγε, λέει, σπίτι του και σήκωσε το φτυάρι του και πήγε στην αυλή του και τη σκότωσε».
Από τις πρώτες κιόλας φράσεις του κειμένου, ο θεατής αντιλαμβάνεται πως γίνεται μάρτυρας σκέψεων και ιδεών, που δεν υποτάσσονται σε κανέναν, που αψηφούν ολοσχερώς τα κοινωνικά ΄πρέπει’ που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Αυτή είναι η γενιά Ζ κι εμείς είμαστε εδώ, χωρίς φόβο, να μας αφηγηθεί με πάθος την δική της γυμνή ιστορία.
Σύνθεση Νο2, «Ο ΣΑΣΑ ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΗΝ ΣΑΣΑ»
Αυτός: «Έχετε ακούσει αυτό που λέγανε τα χρόνια τα παλιά «Ου μοιχεύσεις…Κι όποιος κοιτάζει τη γυναίκα του πλησίον του με επιθυμία, έχει κιόλας διαπράξει στη καρδιά του μοιχεία»;
Παρακολουθούμε τριάντα τρία νεαρά σώματα να πάλλονται ασταμάτητα στην σκηνή. Μοιάζουν σχεδόν άφυλα. Παίζουν όπως όταν ήταν παιδιά μεταξύ τους, διασκεδάζουν, ερωτοτροπούν, δείχνουν να χαίρονται την ζωή. Λικνίζονται σαγηνευτικά στον παλμό της δυνατής μουσικής, αγωνιούν, ερωτεύονται, δέχονται, απορρίπτουν, κερδίζουν, ηττούνται. Συνεχίζουν…
Ίσως αν σταματήσουν να χορεύουν, μπορεί να πάψουν να ζουν.
Σύνθεση Νο3, «ΟΧΙ ΚΑΙ ΝΑΙ»
Αυτή: «Έχετε ακούσει αυτό που λέγανε τα χρόνια τα παλιά «Μην ορκιστείς στον ουρανό, γιατί είν’ ο Θρόνος του Θεού. Μην ορκιστείς ούτε στη Γη, γιατί είναι το σκαμνί για τα πόδια Του. Και μην ορκιστείς στην Ιερουσαλήμ, γιατί η πόλη Του είναι»; Λοιπόν, δεν ξέρω ποια είναι η πόλη του Θεού και ποιο είναι το σκαμνί Του, αλλά σιγά μην ορκιστώ σε μια πόλη που σκάνε οι άνθρωποι σαν τα καρπούζια στη μέση του δρόμου και πέφτουν οι βόμβες κάθε πρωί απ΄τον ουρανό, που ο θρόνος Του είναι, κι ύστερα σκάνε στο σκαμνί για τα πόδια Του».
Αλλεπάλληλα ερωτήματα και κανόνες διαδέχονται ο ένας τον άλλον με τρόπο σχεδόν βασανιστικό. Μέχρι την επόμενη στιγμή, που όλα μπορεί να ανατραπούν βίαια.
Σύνθεση Νο4, «ΟΙ ΚΟΠΡΟΙ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ»
Αυτή: «Επίσης, έχετε ακούσει αυτού που λέγανε «Μην αντιστέκεσαι στο άδικο. Και μάλιστα όποιος σε χτυπήσει στο δεξί σου μάγουλο, γύρνα του και το αριστερό. Κι όποιος σε πάει στο δικαστήριο για να σου πάρει το πουκάμισο, δώσ’ του και το πανωφόρι σου»;
Λίγο μετά, ακούμε Εκείνη να λέει:
«Κι όταν σε χτυπήσουνε στο δεξί μάγουλο, μη στρίψεις απλώς το αριστερό, αλλά φέρσου με τέτοιον τρόπο, ώστε και στο αριστερό να σε χτυπήσουν».
Κι Εκείνος να απαντά:
«Κι όταν σε πάνε στο δικαστήριο για να σου πάρουν το πουκάμισο, φέρσου με τέτοιον τρόπο, ώστε όλα τα υπάρχοντα να σου στερήσουν».
Μονάχα ένας επαναστάτης θα μπορούσε να σκέφτεται και να δρα «με τέτοιον τρόπο». Εκείνος, Εκείνη, Εκείνοι οι λίγοι που αμφισβητούν ευθέως το σύστημα. Που βγάζουν άφοβα την γλώσσα στην εξουσία, με σκοπό να αποκαλύψουν στο τέλος την απέραντη γύμνια της.
Σύνθεση Νο5, «Ο ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ»
Αυτή: «Το έχετε ακούσει αυτό που λέγανε «Προσέχετε, μην κάνετε καλές πράξεις μπροστά στους άλλους», μόνο και μόνο για να σας δούνε»; «Κι όταν κάνεις μια καλή πράξη, μην απαιτείς τυμπανοκρουσίες, όπως κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και στους δρόμους, για να τους δοξάσουν οι άνθρωποι»;
Τι κρύβεται πίσω από τις προθέσεις του καθενός από εμάς;
Τι κρύβεται πίσω από τα αδιάσειστα πιστεύω των ανθρώπων;
Σύνθεση Νο6, «ΠΩΣ ΧΩΡΙΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ»
Αυτός: Να σου πω, το’ χεις ακούσει αυτό που λέγανε «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον»;
Αυτή: Τι;
Aυτός: Να μην έχεις είδωλα, ρε παιδί μου. Να μην προσκυνάς είδωλα.
Στην εποχή που η εικόνα έχει την δύναμη να επηρεάσει σαρωτικά τις επιθυμίες και τα ‘θέλω’ μιας ολόκληρης κοινωνίας, να διαμορφώσει καταλυτικά το μέλλον των ανθρώπων, ο Βιριπάγιεφ αμφισβητεί ευθέως τα είδωλα που προβάλλονται διαρκώς για να μας πείσουν να γίνουμε οι μικροί κλώνοι τους. Βάζει στο μικροσκόπιο τις εφήμερες σχέσεις. Δεν διστάζει να αποκαλέσει τον Ήρωα του ανίκανο, ενώ στην πραγματικότητα η αλήθεια είναι άλλη…
Σύνθεση Νο7, «ΑΜΝΗΣΙΑ»
Αυτός: «Έχει ειπωθεί: «Μην κρίνετε, για να μην κριθείτε». Έχει ειπωθεί: «Μην κρίνετε, για να μην κριθείτε» κι έχει ειπωθεί ως δικαιολογία για την απουσία μνήμης. Με άλλα λόγια, αν κάποιος σκοτώσει με την καραμπίνα το πιο αγαπημένο σου άνθρωπο, ο μόνος τρόπος για να μην κρίνεις τον δολοφόνο είναι να ξεχάσεις τον φόνο».
Σε αυτό το σημείο, έρχονται να μας συναντήσουν τα λόγια του Χρήστου Γιανναρά για την Α-λήθεια:
«Η λέξη αλήθεια συγκροτείται από το στερητικό α και το ουσιαστικό λήθη, παράγωγο του ρήματος λανθάνω που σήμαινε: διαφεύγω την προσοχή, μένω απαρατήρητος, κρύβομαι. Επομένως α-λήθεια είναι η μη-λήθη, η μη-απόκρυψη, δηλαδή η εμφάνεια, η φανέρωση, το εις-φώς-έρχεσθαι.»
Αυτός: «Αφήστε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους».
Τι θέλω να κρύψω από εμένα τον ίδιο;
Τι θέλω να κρύψω από τον υπόλοιπο κόσμο;
Τι πρέπει να ξεχάσω για να συνεχίσω να ζω;
Σύνθεση Νο8, «ΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ»
«Μη δίνετε ό,τι είναι ιερό στους σκύλους και μην πετάτε τα μαργαριτάρια σας στα γουρούνια». Κι όταν συναντάτε ένα γουρούνι, μη δίνετε το χέρι σας στο γουρούνι, γιατί, αν σήμερα κάνετε χειραψία με την οπλή της γουρούνας, τότε αύριο θα πιστέψετε ότι το μόνο χρέος κάθε ανθρώπου είναι να υπερασπίζεται την πατρίδα του. Ψέματα!»
Ακολουθεί ο διάλογος των δύο ηρώων:
Αυτός: Και καμία κουλτούρα δεν έχει νόημα.
Αυτή: Και καμία τέχνη.
Αυτός: Κι όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό είναι γελοίος.
Αυτή: Ή επιχειρηματίας.
Αυτός: Ή και τα δύο μαζί.
Ερώτηση προς τον εαυτό μου: Ποιο είναι το αληθινό νόημα της ζωής;
Σύνθεση Νο9, «ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ»
Αυτός: «Μη μαζεύετε θησαυρούς στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκώρος κι η σκουριά, κι οι κλέφτες τους ξεθάβουν και τους κλέβουν».
Αυτή: «Μα να μαζεύετε θησαυρούς στους ουρανούς, που δεν τους φτάνουν ούτε οι κλέφτες, ούτε ο σκώρος, μα ούτε κι η σκουριά. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι κι η καρδιά σας».
Ακολουθεί ένας συνταρακτικός διάλογος. Εδώ, κάθε λέξη της αφήγησης, αποκαλύπτει με θάρρος κι αλήθεια, όλη την ασχήμια του κόσμου ετούτου, την διαφθορά και την σήψη της εξουσίας που κυβερνά τον πλανήτη, τα ανθρώπινα πάθη που έμαθαν να ζουν κρυμμένα πίσω από το ρούχο της ανάγκης.
«Για το απαραίτητο προδίδεις τους συναδέλφους σου και κοιμάσαι με την γυναίκα του καλύτερου σου φίλου».
Σύνθεση Νο10, «ΠΑΡΑΞΕΝΟ»
Αυτός: «Παράξενο, που θα ήμουν αν δεν μου’ χε ρίξει μια στον πισινό η μαμή με το βαρύ της χέρι και από τον πόνο και την έκπληξη δεν είχα πάρει την πρώτη στη ζωή μου τζούρα οξυγόνου; Που θα ήμουν;»
Αυτή: Και παράξενο, αν δεν υπήρχα, τότε που θα ήμουν; Σε ποιο μέρος; Μπορεί εκεί…; Μπορεί εκεί που είναι όλα όσα δεν έχουν ακόμη έρθει στον κόσμο; Μπορεί ανάμεσα σε όσα ακόμη δεν έχουν εμφανιστεί;
Από που ερχόμαστε και που καταλήγουμε;
Ποιος είναι ο σκοπός μας επάνω στη γη;
Τι μας είναι αναγκαίο για να υπάρξουμε;
Τι μας κινεί; Τι μας παραλύει;
Τι είναι έρωτας; Τι προδοσία;
Πόσο απέχει η αλήθεια από το ψέμα;
Αυτή: Κι αν με ρωτήσουν: «Ποιο είναι το νόημα αυτής της παράστασης και τι ήθελες να πεις; τότε θα πω: «Δεν καταλαβαίνω καν τι με ρωτάτε», «Δεν καταλαβαίνω καν τι με ρωτάτε», «Δεν καταλαβαίνω καν τι με ρωτάτε».
Αυτός: Ρε τι στο διάολο θες από μένα; Τι θέλεις πια; Εσύ για πες μου: Πως ζεις; Για κάνε, ρε, αυτή την ερώτηση στον εαυτό σου! Γιατί ζεις εσύ; Τι σε κάνει να ζεις; Για ποιο πράγμα ζεις; Αυτή την ερώτηση απάντησε μου, μόνο. Κάθε άνθρωπος πρέπει να κάνει στον εαυτό του μια και μόνο ερώτηση: Για ποιο γαμημένο πράγμα ζω!;
Οι απαντήσεις δικές σας…
*Στο κείμενο χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από το βιβλίο της παράστασης «ΟΞΥΓΟΝΟ» του Ιβάν Βιριπάγιεφ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάππα, σε μετάφραση του Γιώργου Κουτλή από το ρωσικό πρωτότυπο και τη διασκευή που έκανε ο ίδιος, σε συνεργασία με τον Βασίλη Μαγουλιώτη, για τις ανάγκες της παράστασης.
**Εικαστικός
