Εχοντας ούτως ή άλλως παράδοση πολιτικού ακτιβισμού πολύ περισσότερο από ό,τι άλλες ομοειδείς οργανώσεις, το 75ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου έχει φέτος ακόμα περισσότερους λόγους να έχει ενεργότερα και πιο οξυμένα πολιτικά αντανακλαστικά από ποτέ. Και το απέδειξε με το «καλημέρα».
Η φετινή Μπερλινάλε ξεκίνησε λοιπόν την περασμένη Παρασκευή, μόλις 9 ημέρες πριν από τις εκλογές στη Γερμανία όπου ήδη οι δημοσκοπήσεις φέρουν το ακροδεξιό AFD («Εναλλακτική για τη Γερμανία») στη δεύτερη θέση των προτιμήσεων των ψηφοφόρων, αναδεικνύοντας το προσφυγικό ζήτημα ως το σημαντικότερο διακύβευμα αυτών των εκλογών. Κι όλα αυτά σ’ έναν κόσμο στον οποίο η σκιά της Ακροδεξιάς δεν πλανάται μόνον πάνω από τη Γερμανία, αλλά έχει εγκατασταθεί στην Ευρώπη και σ’ άλλα μέρη του πλανήτη. Και βέβαια όπου η πρόσφατη επανεκλογή του Τραμπ υπογράφει ένα εξαιρετικά δυσοίωνο κι ανασφαλές μέλλον αλλά κι ένα παρόν στο οποίο οι άμεσοι χειρισμοί του τόσο με την κήρυξη παγκόσμιου εμπορικού πολέμου όσο και με το θέμα της Ουκρανίας και το Παλαιστινιακό (για το οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε μεταξύ άλλων μεγαλεπήβολα σχέδια για τη μετατροπή της Λωρίδας της Γάζας σε «Ριβιέρα της Μέσης Ανατολής»), αλλά και οι παρεμβάσεις στα εσωτερικά ευρωπαϊκών κρατών και της Ε.Ε. δεν κρύβουν καθόλου τις προθέσεις του να λειτουργήσει ως ένας απόλυτος και εφιαλτικός υπερπλανητάρχης.
Δηλώσεις
Σ’ αυτό το κλίμα ξεκίνησε λοιπόν η Μπερλινάλε δείχνοντας και αυτή τις προθέσεις της εξαρχής. Και πρώτα-πρώτα με τις δηλώσεις (ή μήπως προειδοποιήσεις;) που έκανε, κηρύσσοντας την έναρξη του φεστιβάλ, ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός Τοντ Χέινς («Ο Παράδεισος είναι μακριά», «Carol», «May December» κ.ά.), φετινός πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής. «Βρισκόμαστε», είπε «σε μια κατάσταση ιδιαίτερης κρίσης αυτή τη στιγμή στις ΗΠΑ, αλλά και διεθνώς. Ολοι όσοι γνωρίζω στην Αμερική, αλλά και φίλοι στο εξωτερικό, παρατηρούν σοκαρισμένοι και με τρομερή ανησυχία αυτό το μπαράζ ενεργειών που έλαβαν χώρα τις πρώτες τρεις εβδομάδες της διακυβέρνησης Τραμπ. Νομίζω ότι αυτό ήταν μέρος μιας στρατηγικής ώστε να δημιουργηθεί αίσθηση αποσταθεροποίησης και σοκ στην ανθρωπότητα.
Ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκουμε τον συνδυασμό διαφορετικών μορφών αντίστασης είναι ακόμα υπό διερεύνηση μεταξύ των Δημοκρατικών», τόνισε. Και συνέχισε: «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα υπάρξουν πολλοί άνθρωποι που ψήφισαν αυτόν τον πρόεδρο και θα απογοητευτούν γρήγορα από τις υποσχέσεις που έδωσε για οικονομική σταθερότητα στις ΗΠΑ». Οσο για τον αντίκτυπο που προβλέπει ότι θα έχει η προεδρία Τραμπ στον πολιτισμό και στην κινηματογραφική κοινότητα, ο Χέινς κάλεσε τους χρηματοδότες «που είναι πρόθυμοι να ρισκάρουν, να υποστηρίξουν δυνατές φωνές», επισημαίνοντας: «Το πώς η επιστροφή της προεδρίας Τραμπ θα επηρεάσει τους Αμερικανούς κινηματογραφιστές είναι ένα μεγάλο ερώτημα που εκτείνεται πέρα από τον κόσμο του κινηματογράφου. Κι εμείς πώς θα διατηρήσουμε και θα προστατεύσουμε την ακεραιότητα και την άποψή μας, μιλώντας για ό,τι συμβαίνει γύρω μας; Κι αυτό μένει να φανεί».
Στην Μπερλινάλε πάντως αυτό φάνηκε ήδη και μάλιστα πολλαπλώς. Η διευθύντρια του φεστιβάλ Τρίσια Τατλ π.χ. στις δικές της δηλώσεις χαρακτήρισε την 75η διοργάνωση «μια έμπρακτη αποδοκιμασία και πράξη αντίστασης στις ιδέες που εκθειάζουν ακροδεξιοί ηγέτες και πολιτικοί σε ολόκληρο τον κόσμο, την Ευρώπη και το Βερολίνο».
Το πολιτικό μανιφέστο της Τίλντα Σουίντον
Αλλά βέβαια εκείνη που προκάλεσε ήδη πάταγο διεθνώς με όσα είπε ήταν η Τίλντα Σουίντον. Η 64χρονη Βρετανίδα ηθοποιός, την οποία πιο πρόσφατα θαυμάσαμε στην ταινία του Αλμοδόβαρ «Το διπλανό δωμάτιο», παραβρέθηκε στην έναρξη του φεστιβάλ για να παραλάβει Τιμητική Χρυσή Αρκτο για το σύνολο της καριέρας της και για να αποδείξει ότι εκτός από κορυφαία ηθοποιός είναι και μία ουσιαστικά και βαθιά σκεπτόμενη ενεργός πολίτης του κόσμου. Πήγε μάλιστα στο Βερολίνο κόντρα στην έκκληση του διεθνούς κινήματος υπέρ των Παλαιστινίων BDS για μποϊκοτάζ στο φεστιβάλ. «Είμαι μεγάλη θαυμάστρια και σέβομαι απεριόριστα το BDS, αλλά και την ανάγκη των ανθρώπων γενικά να βρίσκουν τρόπους να αισθάνονται δυνατοί», ξεκαθάρισε η Σουίντον που έχει πάρει ανοιχτά θέση υπέρ των Παλαιστινίων. «Αποφάσισα όμως», συνέχισε, «ότι ήταν πιο σημαντικό για μένα να έρθω. Μου προσφέρθηκε, χάρη στο φεστιβάλ, μια δημόσια πλατφόρμα επικοινωνίας που σκέφτηκα ότι ήταν δυνητικά πιο χρήσιμη για όλους μας από το να μην εμφανιστώ».
Κίνδυνοι
Και πράγματι από εκεί και πέρα η ομιλία της ήταν ένα θερμό πολιτικό μανιφέστο πλήρες υπαινιγμών εναντίον της πολιτικής του Ισραήλ αλλά και των δηλώσεων Τραμπ, καθώς και προειδοποιήσεων για τους κινδύνους της Ακροδεξιάς, τους πολέμους που μαστίζουν «πολλά μέρη του κόσμου», αλλά και τον ρόλο της τέχνης σε τόσο κρίσιμες κοινωνικοπολιτικά εποχές. «Η κρατική μαζική δολοφονία που διαπράττεται επιτρέπει να τρομοκρατείται ενεργά διεθνώς ένα μεγάλο μέρος του κόσμου μας», τόνισε αναφερόμενη σαφώς στα μέτρα που λαμβάνονται ακόμα και σε πανεπιστημιακούς ή καλλιτεχνικούς χώρους εναντίον όσων εκφράζονται υπέρ των Παλαιστινίων -κι αυτός ήταν ο βασικός λόγο που το BDS κάλεσε σε μποϊκοτάζ. «Ενδυναμωμένες από τις διεθνείς κυβερνήσεις, γεμάτες βαναυσότητα και μίσος, μαζικές δολοφονίες μαστίζουν αυτή τη στιγμή πολυάριθμα μέρη του κόσμου. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, είναι η ώρα να αναλογιστούμε τι σημαίνει ο φασισμός για την ανθρωπότητα. Το σινεμά είναι ένα μέρος χωρίς σύνορα, χωρίς πολιτικές αποκλεισμού, χωρίς διώξεις και απελάσεις. Η ανεξάρτητη φύση του κινηματογράφου είναι εξ ορισμού συμπεριληπτική και έχει ανοσία απέναντι σε εποικισμούς, καταλήψεις, ιδιοκτησίες και ανεγέρσεις πολυτελών θερέτρων», είπε. Και συνέχισε: «Αυτά είναι τα γεγονότα και πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε. Κάτι απάνθρωπο διαπράττεται αυτή τη στιγμή. Είμαι εδώ για να το κατονομάσω χωρίς δισταγμό ή αμφιβολία στο μυαλό μου και για να εκφράσω την αταλάντευτη αλληλεγγύη μου προς όσους αναγνωρίζουν τον απαράδεκτο εφησυχασμό των κυβερνήσεών μας, οι οποίες είναι εθισμένες στην απληστία και τα πηγαίνουν καλά με τους καταστροφείς του πλανήτη και τους εγκληματίες πολέμου, από όπου κι αν προέρχονται».
Και ολοκλήρωσε την ομιλία της επιβεβαιώνοντας «την απόλυτη πίστη μου στον πολιτισμό και την αντίσταση. Ενα σινεμά γεμάτο φως μπορεί να εμπνεύσει έναν πολιτισμένο κόσμο. Σας καλώ να στηρίξετε τις κινηματογραφικές αίθουσες όλου του κόσμου και να απαιτήσετε να παραμείνουν συνεπείς οι συνδρομητικές πλατφόρμες που έχουν υποσχεθεί να στηρίξουν το σινεμά. Υποχρεώστε τες να χρησιμοποιήσουν τα απίθανα εκατομμύριά τους για να χτίσουν, να ανακαινίσουν, αλλά και να αναζωογονήσουν τις αίθουσες όλου του κόσμου».
