Σε ανύποπτο χρόνο μπορεί κανείς να συλλάβει τον εαυτό του εμβρόντητο να εκτιμά, σε σημείο να ενθουσιάζεται, όταν ακούσει μια φράση που του έχει λείψει τα τελευταία χρόνια. Οχι ως ήχος ή συνδυασμός λέξεων αλλά ως προσέγγιση των γεγονότων και των καταστάσεων: «Δεν ξέρω». Ειδικά όταν την ξεστομίσει ένας άνθρωπος που τον ρωτάς για κάτι που θεωρητικά δεν είναι αδαής, σε σοκάρει, σε μια εποχή όπου όλοι τα ξέρουν όλα, όλοι έχουν γνώμη για όλα και ας μην έχουν ιδέα, εκπαίδευση ή τριβή με το αντικείμενο. Και δεν το κάνει για να σε αποφύγει ή για να μην εκτεθεί, αλλά γιατί πραγματικά αισθάνεται την ευθύνη ότι δεν έχει την επάρκεια να δώσει μια υπεύθυνη απάντηση.
Η άποψη ενός τέτοιου ανθρώπου σε κάθε άλλη περίπτωση θα μετρήσει «διπλή» και «τριπλή», γιατί έχει ήδη πείσει ότι δεν είναι ακόμη ένας «ξερόλας» και ειδήμονας επί παντός του επιστητού. Ειδικά σε μια εποχή που μέσω των social media όλοι λένε τη γνώμη τους και βγάζουν πορίσματα πάνω σε ζητήματα για τα οποία δεν έχουν καν ερωτηθεί – και κανείς δεν πληρώνει φόρο ή κόστος αν έχει κάνει λάθος, για τον απλούστατο λόγο ότι θεωρεί έλλειμμα να πει αυτό το ειλικρινές «δεν ξέρω» και να το συμπληρώσει με τις φράσεις «θα το δω» ή «θα το ψάξω».
Το ίδιο ισχύει αν καταθέτει μια αβασάνιστη… γνώμη, που όπως έλεγε η ιστορική ατάκα του Κλιντ Ιστγουντ, «…όλοι έχουν από μία». Και δεν μιλάμε για τον στρατό, τότε που η «εμπιστευτική» συμβουλή πριν την κατάταξη ήταν «θα λες “δεν ξέρω”» και έτσι δεν θα κάνεις τίποτα. Εκεί ήταν για να αποφύγεις την ευθύνη. Πλέον έχουμε φτάσει στην αποθέωση της τεχνικής τού «πώς να έχεις ευθύνη και να την αποφεύγεις». Και μην πείτε ότι καθημερινά δεν ζούμε τέτοια παραδείγματα.
