Η εικόνα του ανθρώπου που βιώνει τον χρόνο όντας μέσα στον χρόνο έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ισως ακόμα να μπορεί κανείς να στοχάζεται πάνω σ’ αυτόν, να συνειδητοποιεί πως τον κυνηγάει, πως τον διεκπεραιώνει μέσα στην άχαρη καθημερινότητά του, πως δεν είναι παρών στο εδώ και τώρα των στιγμών της κάθε μέρας του, αλλά μέχρι εκεί. Το μετανεωτερικό ον αποσυρμένο στη φοβική ατομικότητά του έχει χάσει την ικανότητα να ζει και γι’ αυτό τρέχει να καταναλώσει χρόνο, όπως ακριβώς καταναλώνει υπηρεσίες, αγαθά, σχέσεις απρόσωπες, εργαλειοποιημένο δούναι και λαβείν σε όλα τα επίπεδα…
Στην «Εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων» του Δήμου Αβδελιώδη συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: οι εποχές ελαύνουν στην αρμονική εναλλαγή τους και τέσσερις αγροφύλακες αναλογούν συμμετρικά ως χαρακτήρες και ως ηλικίες σε αυτές τις εποχές, συμβολικά και πραγματικά εξίσου. Είναι άνθρωποι ενταγμένοι μέσα στον χρόνο, όπως ακριβώς είναι ενταγμένοι μέσα στους άλλοτε στερεούς κι άλλοτε εύθραυστους θύλακες της συνάφειας, της αλληλοαναγνώρισης ή της αλληλοαναίρεσης, συναγελαζόμενοι στην ίδια κοινότητα. Οντας ατελείς ως άνθρωποι, με τα κουσούρια τους, τις έξεις τους, του άδηλους ή φανερούς πόθους τους, είναι σπαρταριστά ζωντανοί όπως όλη η φύση γύρω τους.
Μια φύση που πάλλεται και δονείται από κάθε είδους ήχους: κελαηδισμούς, συριγμούς, σουρσίματα, πλαταγίσματα, ριπές αέρηδων, αλαφροΐσκιωτα θροΐσματα φαντασμάτων, μουρμουρητά, τερετίσματα, φλοίσβους, πεταρίσματα. Η παράθεση τόσων ήχων δεν είναι τυχαία, αυτή η πλήρης κάλλους και εγνωσμένης αγαθότητας ταινία είναι ένα αυτοτελές μουσικό σύμπαν που σε καλεί να το απολαύσεις με σχεδόν όλες σου τις αισθήσεις. Υπήρξαν στιγμές που βλέποντας ξανά και ξανά την ταινία ένιωθα έντονα την επιθυμία να βουτήξω κυριολεκτικά μέσα της σαν μικρό παιδί. Να γίνω αίφνης εγώ η Ελισσώ-Αρτεμις που τρέχει σαν άπιαστο αγριοκάτσικο και να κυλιστώ ανάμεσα στις κόκκινες τουλίπες του αγρού. Να μεταμορφωθώ αίφνης σε μια ομηρική Ναυσικά ή μια παπαδιαμάντεια παιδίσκη, χαρίεσσα και φιλοπαίγμονα που «ψελλίζει χελιδονιστί», όπως γράφει ο μέγας διηγηματογράφος.
Ο υπαινικτικά κατανυκτικός και συνάμα κρυστάλλινα εναργής κόσμος του Αβδελιώδη διαχέεται από μια κατάφαση της ζωής, του κάλλους και της καλοήθειας, καθώς και μιας ρυθμικής εναλλαγής μαγείας και υποδόριας χαρμολύπης. Ολα αυτά δοσμένα με τρόπο που θυμίζει τον Μίσκιν-Ιησού του Ντοστογιέφσκι και κάποιους από τους πιο αυθεντικούς ήρωες του Παπαδιαμάντη. Με μια εντελώς συνειδητή αφέλεια από τον ίδιο τον δημιουργό, που όταν αποκωδικοποιείται στις προθέσεις της είναι ακριβώς το αντίθετο: εκκινεί από την απόλυτη επίγνωση της τρομαχτικής ασχήμιας της εποχής μας και επιλέγει να μην την καταδικάσει απλά, αλλά να υπηρετήσει με τρόπο υπερβατικό το πλέον σκανδαλώδες, το πιο βαθιά επαναστατικό: την άρση του φόβου να αγαπάμε, να αισθανόμαστε, να συγκινούμαστε, να είμαστε παρόντες στις ζωές μας με θάρρος και ταπεινότητα.
Σ’ αυτό το κείμενο χωράνε ελάχιστα για το μοναδικό έργο του Δήμου Αβδελιώδη.
Επέλεξα μία από τις ταινίες του, αυτήν που αγαπώ πιο πολύ. Σε άλλα κείμενά μου θα ήθελα να γράψω για τον Αβδελιώδη του θεάτρου, γι’ αυτήν την εκπληκτική ανάδυση και αξιοποίηση των ενδογενών μουσικών μέτρων της γλώσσας. Πρόκειται για μια ρηξικέλευθη τεχνική υποκριτικής, μια παρακαταθήκη παγκόσμιας πρωτοτυπίας όπου ο λόγος γίνεται ηχητικό βίωμα που δονεί όλη την ύπαρξη των ηθοποιών του. Και τελειώνω: κατά τη διάρκεια του χρόνου που συντελείται το έργο του στο σινεμά ή στο θέατρο, το κείμενο-παρτιτούρα, ο ηθοποιός-σώμα της γλώσσας και ο θεατής που πάλλεται γίνονται Χρόνος και αυτός ο Χρόνος είναι ο άυλος, πρωτογενής οίκος των ανθρώπων και η υπερεκτατική αυλή του Παντός.
ΥΓ. Τα Δευτερότριτα του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου παίζονται στο Θέατρο Αθηνών «Ο Ερως Ηρως» και «Το όνειρο στο κύμα», διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, σε σκηνοθεσία Αβδελιώδη. Εκεί ο θεατής θα απολαύσει δονούμενος την αυθεντική, ποιητική δύναμη της παράστασης.
*Συγγραφέας
