Διαβάζοντας τις τιμές των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων που εκτοξεύτηκαν σαν πύραυλοι στον ουρανό θυμήθηκα τις παλιές ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60 με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Στη «Μανταλένα» είχε μια ψαρόβαρκα για να μεταφέρει τους λιγοστούς κατοίκους του νησιού απέναντι. Στην Αντίπαρο γυρίστηκε σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο Γιώργου Ρούσσου. Φώναζε μέσα από ένα πελώριο κοχύλι «Αλλος με τη βάρκα μου». Ανταγωνιστής βέβαια ο Δ. Παπαμιχαήλ με τη δική του βάρκα.
Στη δεκαετία του ’60 θα μας γυρίσει η κυβέρνηση. Θα αγοράζουν εκτός από τα ταξί για τους δρόμους και πλεούμενα για τη θάλασσα. Θα γεμίσει ο Πειραιάς βαρκάρηδες που θα μεταφέρουν τον κόσμο στα νησιά φτηνότερα. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα έχουμε μόνο διακίνηση μεταναστών από την Τουρκία στην Ελλάδα αλλά και διακίνηση Ελλήνων από τον Πειραιά στα νησιά.
Ενας φίλος που ήθελε να ταξιδέψει στη Μυτιλήνη για να μαζέψει τις ελιές του μου είπε ότι με το αυτοκίνητο και δύο εργάτες θα του κοστίσει περίπου 1.000 ευρώ. Αποφάσισε να μην πάει. Θα επινοήσουν οι Ελληνες τρόπους για να γλιτώσουν τα εισιτήρια των πλοίων, που κοστίζουν περισσότερο από τα αεροπορικά σε χώρες του εξωτερικού.
Θα γίνουν βατραχάνθρωποι, δύτες, θα κρύβονται μέσα σε πλοία όπως «Η Αλίκη στο ναυτικό» του Αλέκου Σακελλάριου για να συναντήσει τον αγαπημένο της. Θα οργανωθεί δίκτυο διακινητών που θα παίρνουν άδειες όσοι ψηφίζουν Ν.Δ. Θα δημιουργηθεί θαλάσσιο μποτιλιάρισμα και θα βάλουν σίγουρα διόδια από Ανδρο για Τήνο. Αντί για σηματοδότες θα ρίξουν βράχους όπου θα τοποθετήσουν τεράστιους σιδερένιους καρχαρίες με το κεφάλι του Μητσοτάκη. Θα ρίχνεις τα ευρώ πάνω στο κεφάλι του για να σου επιτρέψει ο καρχαρίας να περάσεις. Είναι εξελιγμένα τα σχέδιά τους. Θα χωρίσουν και τη θάλασσα σε οικόπεδα για να τη μοιραστούν με τους δικούς τους.
Ακούμε για ταμεία ανάκαμψης, ευρωπαϊκά, ταμεία αλληλοβοήθειας. Μου θύμισε ένα αληθινό περιστατικό με την αείμνηστη Μαρίκα Κοτοπούλη που είχε μια υπηρέτρια, τη Μαριγούλα. Μια μέρα την είδε με ακριβά φορέματα. «Πού τα βρήκες;» τη ρώτησε. «Το φιλόπτωχο ταμείο, κυρία Μαρίκα μου», της απάντησε. Την άλλη μέρα φορούσε μια ακριβή γούνα. «Πού τη βρήκες;» «Το φιλόπτωχο ταμείο, κυρία Μαρίκα μου». Το βράδυ άναψαν το τζάκι, καθόταν η Μαριγούλα κοντά για να ζεσταθεί, με ανοιχτά τα πόδια. Τότε της λέει η Μ. Κοτοπούλη: «Κλείσε τα μπούτια σου, Μαριγούλα, θα καεί το φιλόπτωχο ταμείο σου». Εκεί μας έχουν γραμμένους όλους, στο φιλόπτωχο ταμείο της Μαριγούλας.
