Τον προβληματισμό των παραγωγικών τάξεων του Πειραιά για τις επιπτώσεις από τον «πόλεμο των δασμών» καταγράφει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά (ΕΒΕΠ), ενώ τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του καλούν τον Ελληνα πρωθυπουργό να διαφυλάξει την ουδετερότητα του εμπορικού λιμανιού του Πειραιά από μια τέτοια εξέλιξη.
Το Επιμελητήριο επιχειρεί να ζυγίσει τις επιπτώσεις από τις πρώτες σοβαρές αψιμαχίες του εμπορικού πολέμου που πυροδότησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ με τις δηλώσεις του για την Ε.Ε. μετά την επιβολή δασμών σε Καναδά, Μεξικό και Κίνα και υποστηρίζει ότι ένας εμπορικός πόλεμος θα φέρει τα πάνω κάτω στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, με πολλές «καραμπόλες» σε διεθνές εμπόριο, εφοδιαστική αλυσίδα, ποντοπόρο ναυτιλία, ευρωπαϊκά και ελληνικά διυλιστήρια. Σημείο αναφοράς, όπως σχολιάζει, είναι και το λιμάνι του Πειραιά, που διαχειρίζεται η κινεζική Cosco, καθώς αποτελεί κύρια πύλη εισόδου για εισαγόμενα προϊόντα από την Κίνα στην Ευρώπη, αλλά και εξόδου για ευρωπαϊκά προϊόντα με προορισμό τις διεθνείς αγορές.
Υπογραμμίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν πρέπει να επιτρέψει να θεωρηθεί ο Πειραιάς άλλη μια «κερκόπορτα» των κινεζικών εξαγωγών προς την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ενώ εκφράζει την απορία του γιατί ο υπουργός Ναυτιλίας δεν έχει υπογράψει, εδώ και έναν χρόνο, τη δημιουργία της λιμενικής πλατφόρμας που θα εποπτεύεται και θα ελέγχεται αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές.
Στο σενάριο επιβολής δασμών, όπως εξηγεί, 10% στα προϊόντα που εισάγει η Αμερική από τις χώρες της Ε.Ε. και κατ’ επέκταση από τη χώρα μας, τα ελληνικά προϊόντα θα πωλούνται 7% ακριβότερα στην αμερικανική αγορά. Συνεπώς, ελληνικά προϊόντα όπως το ελαιόλαδο και τα γαλακτοκομικά θα είναι λιγότερο ανταγωνιστικά από ομοειδή που θα εισάγει η Αμερική από άλλη γειτονική μας χώρα. Αυτή η εξέλιξη θα έχει ως αποτέλεσμα το 2026 να περιοριστεί κατά 0,4% το ΑΕΠ και να μειωθούν κατά 1,7% οι συνολικές εξαγωγές μας, αναγκάζοντας τις ελληνικές επιχειρήσεις να βρουν διέξοδο σε αναζήτηση άλλων αγορών.
