Το βράδυ της περασμένης Κυριακής στο ματς με τον Λεβαδειακό ο Ρουί Βιτόρια συμπλήρωσε 45 ημέρες στον πάγκο του Παναθηναϊκού και δέκα αγώνες σε Ευρώπη και Ελλάδα. Οκτώ νίκες, μία ισοπαλία με τον Ατρόμητο στο ΟΑΚΑ και μία ήττα στη Σουηδία από την Τζουργκάρντεν, στο δεύτερο παιχνίδι του στην τεχνική ηγεσία της ομάδας, έχοντας να διαχειριστεί ένα ματς ανά 4,5 μέρες, το λες και μικρό άθλο. Ειδικότερα έχοντας ως δεδομένη την πρότερη κατάσταση και τα αποτελέσματα του προκατόχου του, Ντιέγκο Αλόνσο.
Ο Βιτόρια έδειξε από την αρχή ότι είναι έμπειρος όσον αφορά τις συνθήκες πρωταθλητισμού, έχοντας κουμαντάρει επιτυχημένα ένα σύλλογο του μεγέθους της Μπενφίκα. Εδώ, χωρίς να έχει τον χρόνο σύμμαχο προέβη σε λίγες, αλλά δομικές αλλαγές. Ξεκίνησε από τη συνοχή των γραμμών και την αμυντική λειτουργία, χαμήλωσε τον ρυθμό και επέστρεψε στο positional play· τρεις βασικούς τομείς, για να υπάρχει έλεγχος και ισορροπία. Προσπάθησε να εμπνεύσει τα αποδυτήρια και παρότι δεν διάλεξε αυτός το υλικό του, προσαρμόστηκε σαν να το επέλεξε, δημιουργώντας κλίμα εμπιστοσύνης. Τα νούμερα βελτιώθηκαν εντυπωσιακά.
Από τα 7 γκολ παθητικό στο πρωτάθλημα σε 9 ματς (μέσος όρος 0,77 γκολ) και τα 8 γκολ παραγωγής σε 9 ματς (μέσος όρος 0,88 γκολ) επί Αλόνσο, ο Παναθηναϊκός είναι πλέον σαφώς βελτιωμένος παντού. Ανασταλτικά, έχει δεχθεί στο πρωτάθλημα μόλις δύο γκολ σε έξι αγώνες. Ενα από τον Παναιτωλικό στο Αγρίνιο κι ένα από τον Ατρόμητο στις καθυστερήσεις στο ΟΑΚΑ και δέχεται μόλις 0,33 γκολ ανά αγώνα. Επιθετικά, πετυχαίνει 1,16 γκολ ανά ματς. Οι διαφορές είναι ευδιάκριτες.
Προφανώς και δεν είναι όλα ιδανικά. Θα ήταν αδύνατο να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το κυριότερο; Ο Παναθηναϊκός σπαταλά αρκετές υποσχόμενες ευκαιρίες με συνέπεια σε πολλά ματς του να «παίζει με τη φωτιά».
