ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Παπαδοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα κενά του δικαστικού συστήματος πέφτουν οι πρόσφυγες που βρίσκονται αντιμέτωποι με τα ελληνικά δικαστήρια. Αδιαφορία, ρατσισμός, ανεπαρκείς υπηρεσίες διερμηνείας, εξοντωτικά νομικά έξοδα, έλλειψη κατάρτισης των δημοσίων υπαλλήλων στις ανάγκες που ανακύπτουν, δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές διαδικασίες είναι μόνο κάποιοι από τους παράγοντες που καθιστούν το ελληνικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης δυσπρόσιτο και τους πρόσφυγες, πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Αυτό προκύπτει από την έρευνα με τίτλο «Υπόσχεση έναντι πραγματικότητας: Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη για τους πρόσφυγες στην Ελλάδα», που υλοποιήθηκε σε συνεργασία του ερευνητικού δικτύου Border Criminologies με το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ) και χρηματοδοτήθηκε από το Oxford Policy Engagement Network (OPEN) του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η έρευνα διεξήχθη μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουλίου 2024 και τα συμπεράσματα προέκυψαν μέσα από τρεις ομάδες συνεντευξιαζόμενων: πρόσφυγες, νομικούς και δικαστές διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων.

Αν σε κάτι συνέκλιναν όλες οι ομάδες ερωτηθέντων είναι ότι οι πρόσφυγες δεν έχουν γνώση για τις νομικές παροχές που έχουν στη διάθεσή τους. Χαρακτηριστική η απάντηση της εισαγγελικής λειτουργού Λ.Μ. όταν ρωτήθηκε για την αποτελεσματικότητα του ελληνικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης όσον αφορά τους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο: «Πιστεύω ότι το νομικό εμπόδιο είναι πολύ σοβαρό. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν καν νομική εκπροσώπηση κατά τη διάρκεια της ακρόασης, οπότε δεν γνωρίζουν τα δικαιώματά τους ούτε καταλαβαίνουν τη διαδικασία. Ερχονται στο δικαστήριο σαν αρνί στη σφαγή».

Το κενό αυτό, θεωρητικά, καλύπτεται από τα Κέντρα Ενταξης Μεταναστών που θεσπίστηκαν νομοθετικά το 2016 και έχουν ως στόχο, μεταξύ άλλων, την παροχή νομικών πληροφοριών. Πανελλαδικά, όμως, λειτουργούν μόνο 11, πολλά από τα οποία είναι σημαντικά υποστελεχωμένα και υπερφορτωμένα με υποθέσεις, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές. Το πρόβλημα, προσθέτουν, αντανακλά ένα μεγάλο έλλειμμα από μεριάς του ελληνικού κράτους που οφείλει, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές και διεθνείς δεσμεύσεις, να ενημερώνει τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας για τα νομικά δικαιώματά τους.

Ειδική αναφορά γίνεται στην ελλιπή πρόσβαση των προσφύγων τόσο σε δωρεάν νομική συνδρομή όσο και στο δικαίωμα στη μετάφραση και τη διερμηνεία. Μόλις ένας στους έξι ερωτηθέντες πρόσφυγες ανέφερε ότι γνώριζε για τη δυνατότητα εκπροσώπησής τους από δικηγόρους νομικής βοήθειας και μόλις τρεις την είχαν αξιοποιήσει στο παρελθόν. Δύο συνεντευξιαζόμενοι ανέφεραν ότι, αν και γνώριζαν για τη δυνατότητα πρόσβασης σε δωρεάν νομικές υπηρεσίες, δικαστικοί υπάλληλοι τους αποθάρρυναν να τις επιδιώξουν. Στον αντίποδα, σε ένα ποσοστό που έφτανε το 90%, οι δικαστές δήλωσαν κατηγορηματικά ότι γενικά οι αλλοδαποί πολίτες που προσφεύγουν στα δικαστήρια γνωρίζουν επαρκώς την προβλεπόμενη διαδικασία για να ζητήσουν διορισμό δικηγόρου.

Ακόμη πιο ανησυχητικά ήταν τα ευρήματα σχετικά με τη δυνατότητα διερμηνείας. Αν και οι διερμηνείς αποτελούν αναγκαίο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους δικαστές για να διασφαλιστούν τα εχέγγυα μίας δίκαιης δίκης, οι πρόσφυγες δήλωσαν ότι είχαν προβλήματα και κατά τη διάρκεια της δίκης και κατά την προγενέστερη προκαταρκτική έρευνα που χειρίζονται οι αστυνομικές αρχές.

Χαρακτηριστικά, από τους τριάντα πρόσφυγες που ερωτήθηκαν, μόνο έξι δήλωσαν ότι είχαν απρόσκοπτη πρόσβαση σε υπηρεσίες διερμηνείας. Οι δεκαπέντε δήλωσαν ότι δεν είχαν καμία απολύτως πρόσβαση σε τέτοιες υπηρεσίες και οι υπόλοιποι εννέα δεν είχαν ανάγκη διερμηνείας. Και εδώ, οι απόψεις των δικαστών απείχαν πολύ από την εικόνα που μετέφεραν στους ερευνητές οι πρόσφυγες, υποστηρίζοντας πως η πρόσβαση σε διερμηνείς είναι «προσιτή και επαρκής», εκτός από τις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες (λ.χ. την ουρντού).

Χαμένοι στη μετάφραση

Οι εμπειρίες των δικηγόρων που ασχολούνται με τη νομική εκπροσώπηση προσφύγων είναι αποκαλυπτικές των παρατυπιών που συμβαίνουν στο μεταφραστικό πεδίο. Οι νομικοί χαρακτήρισαν βασικό ζήτημα την απουσία διερμηνείας καθ’ όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Αναφέρθηκαν μάλιστα σε συγκεκριμένες υποθέσεις στις οποίες δεν διορίστηκε διερμηνέας, παρ’ όλο που οι πρόσφυγες δήλωσαν ότι μιλούσαν «ελάχιστα» ελληνικά όταν ρωτήθηκαν από τους δικαστές. Οσο για το στάδιο της προανάκρισης, όλοι οι ερωτηθέντες δικηγόροι ανέφεραν ως κανόνα και όχι εξαίρεση την έλλειψη επαρκούς μετάφρασης.

Οι δικηγόροι ωστόσο υπογράμμισαν και τη δική τους παντελή αδυναμία επικοινωνίας με τους πρόσφυγες, αφού δεν έχουν πρόσβαση σε κατάλογο πιστοποιημένων κρατικών μεταφραστών και διερμηνέων. Ως αποτέλεσμα, αναγκάζονται να καταφεύγουν σε παράδοξες λύσεις για να συνεννοηθούν, είτε προσπαθώντας να επικοινωνήσουν σε σπαστά αγγλικά ή ελληνικά, είτε αξιοποιώντας διαδικτυακά εργαλεία, είτε με τη βοήθεια ενός τρίτου ατόμου, συνήθως ομοεθνή, που μιλάει ελληνικά με σχετική επάρκεια.

Πόσο προσβάσιμη είναι τελικά η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα;

Οι περισσότεροι πρόσφυγες αξιολόγησαν «αρκετά θετικά» τη δυνατότητα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, ωστόσο αυτό αποδόθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εκπροσώπησή τους από δικηγόρο Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης ή στην οικονομική δυνατότητα που είχαν να πληρώσουν έναν ιδιώτη δικηγόρο. Οι ερευνητές παρατηρούν πως οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες πρόσφυγες διέμεναν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη – όπου βρίσκονται οι περισσότερες οργανώσεις που προσφέρουν νομικές υπηρεσίες. Ωστόσο, το 10% των ερωτηθέντων που κατοικούσαν σε αγροτικές περιοχές παρουσίασαν μια ζοφερή εικόνα πλήρους περιορισμού της πρόσβασής τους σε νομικές υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, όλοι οι ερωτηθέντες πρόσφυγες θεώρησαν τις δικαστικές διαδικασίες «αδικαιολόγητα χρονοβόρες», «πολύπλοκες» και «απογοητευτικές».

Σε ερώτηση σχετικά με το αν βίωσαν διακρίσεις λόγω καταγωγής, θρησκείας ή φύλου κατά τη διάρκεια της δικαστικής τους περιπέτειας, ένα αξιοσημείωτο ποσοστό (43%) απάντησε θετικά, ενώ το 63% απέδωσε ταξικά χαρακτηριστικά στην έκβαση της δικαστικής τους περιπέτειας. «Το χρήμα και οι διασυνδέσεις είναι το παν, η διαφθορά είναι διάχυτη», σημείωσε στους ερευνητές ο Αχμάντ, Παλαιστίνιος αναγνωρισμένος πρόσφυγας.