Η αλήθεια είναι πως τα κονκλάβια καλά κρατούν και στον καλλιτεχνικό χώρο. Και δεν μιλάω για παραγωγούς και σκηνοθέτες που έχουν χτίσει θέατρα με τα χέρια τους (όπως ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος για παράδειγμα), οι οποίοι όχι μόνο προσφέρουν επί της ουσίας σε αυτό που ονομάζουμε (και θεσμικά πλέον τρομάρα μας) «Σύγχρονο Πολιτισμό», αλλά από τα χέρια τους έχουν βγει δεκάδες νέοι καλλιτέχνες, που τους δόθηκε η ευκαιρία να πρωταγωνιστήσουν σε πολύ καλές παραστάσεις και να δημιουργήσουν όνομα και καριέρα και τα πάντα. Και όχι με α λα Λιγνάδη τρόπο, αλλά κανονικά με οντισιόν κ.λπ.
Πέρα όμως από αυτές τις εξαιρέσεις, ελάχιστες είναι οι θεατρικές ομάδες που κατορθώνουν και να πληρώσουν τα υπέρογκα ενοίκια (σε θέατρα που δεν έχουν καν έξοδο κινδύνου τώρα) και την παραγωγή και αν, αν λέω, μείνει κάτι να βγάλουν και τον καφέ τους (5,60 ευρώ γατάκια στην πλατεία Καρύτση ο καφές. Κάπου θα έπρεπε να βλέπω τον πύργο του Αϊφελ αλλά μάλλον τον έκρυβε η Παναγιά η Καρύτσαινα φαίνεται). Δεν υποστηρίζω πως όλες οι νέες θεατρικές ομάδες (ή ομάδες νέων καλλιτεχνών) αξίζουν. Ούτε καν. Ωστόσο, μα τον Αγιο Σουλπίκιο, βρίσκεις διαμάντια ανάμεσά τους. Αυτό έγινε και σαν γνωρίσαμε τη Λουκία Ανάγνου. Μία νέα κοπέλα που κάνει τα πάντα, όσα δηλαδή καλούνται πλέον να κάνουν όσοι ηθοποιοί σέβονται το επάγγελμά τους: είναι μουσικός, τραγουδάει εξαιρετικά, ερμηνεύει το ίδιο, σκηνοθετεί και γράφει.
«Σε πρώτο επίπεδο, το διήγημα αφορά το χρήμα και τις ανθρώπινες σχέσεις, μα σε δεύτερο επίπεδο νομίζω πως μας μιλάει καθαρά για την επιθυμία»
Και σαν να μη φτάνουν όλα αυτά (μα καλά, Μιμή Ντενίση θέλει να γίνει; Μόνο το να επιζεί η ίδια μοναχά στο τέλος του έργου λείπει!), συνεργάζεται με επίσης πολύ ταλαντούχους και ικανούς ηθοποιούς στις παραστάσεις της. Απόδειξη: φέτος ανεβάζουν «Το τυχερό λαχείο» – ένα μόλις 6σελιδο διήγημα του Τσέχοφ, που πήρε η Λουκία και μετέτρεψε σε ένα έργο για δύο πρόσωπα που όμως μιλάνε σε δεκαπεντασύλλαβο, με τρόπο, ωστόσο, καθημερινής επικοινωνίας. Οι Νικόλας Μπράβος και Χρύσα Κολοκούρη δίνουν το καλύτερό τους (και είναι πολύ καλό αυτό το «καλύτερό» τους!). Μία ώρα διαρκεί η παράσταση και αν μετά δεν πείτε «το πάμε άλλη μία;», να μη με λέτε Νόρα (αλλά Αντζελίνα Ζολί αν γίνεται παρακαλώ…)
Οσο για τη Λουκία Ανάγνου, αυτά μας λέει (και καλά να πάθουμε:) «Μου λέει “Μίλα μόνη σου, εγώ τι να ρωτήσω;”/ Και λέω “αν επιμένετε, εντάξει, θα μιλήσω:/ Ανάγνου το επώνυμο, Λουκία το μικρό μου./ Γεννήθηκα στον Βύρωνα. Είναι το πατρικό μου./ Μεγάλωσα στις γειτονιές Παγκράτι και Κυψέλη./ Και για να μη μακρηγορώ, κανείς μας δεν το θέλει,/ ετούτη την περίοδο, σε τούτο το σημείο,/ να κάνουμε παράσταση: “Το τυχερό λαχείο”».
Για να συνεχίσει: «Η ιδέα του Τυχερού Λαχείου ήρθε στο τρίτο έτος της σχολής. Είχαμε μάθημα υποκριτικής με την Λίλλυ Μελεμέ και κάπως είχε πάει η κουβέντα στα διηγήματα του Τσέχοφ. Τότε είχε αναφερθεί το εν λόγω διήγημα και η κ. Μελεμέ το είχε περιγράψει –μέσα σε δέκα λέξεις- τόσο γλαφυρά που ήταν σαν να έβλεπα όλη την παράσταση μπροστά μου. Δύο άνθρωποι που νομίζουν πως είναι ευτυχισμένοι -και μπορεί και μέχρι εκείνη την ημέρα να ήταν ευτυχισμένοι- νομίζουν πως κερδίζουν ένα λαχείο και κάνουν όνειρα για το πώς θ’ αλλάξει η ζωή τους. Ομως έχουν πάψει από καιρό να ονειρεύονται μαζί. Η προοπτική αυτής της άλλης ευτυχίας -που τους διαχωρίζει από το “μαζί”- τους κάνει, όχι απλώς να συνειδητοποιήσουν πως δεν ταιριάζουν πλέον, αλλά και πως ο ένας μπαίνει εμπόδιο στα σχέδια του άλλου. Σε πρώτο επίπεδο, το διήγημα αφορά το χρήμα και τις ανθρώπινες σχέσεις, μα σε δεύτερο επίπεδο νομίζω πως μας μιλάει καθαρά για την επιθυμία. Η παράσταση, κατ’ εμέ, είναι σαν ένα μεγάλο daydreaming».
Και συνεχίζει (ακάθεκτη μιλάμε!): «Ωραία που περάσαμε στις πρόβες μας τα τρία./ Αχ είχε γέλιο και χαρά, αγάπη και αστεία./ Εδώ θα πω “ευχαριστώ” στο τυχερό μου γούρι./ Την πιο καλή ηθοποιό: τη Χρύσα Κολοκούρη./ Και συνεχίζω να επαινώ, τα λέω και δεν παύω./ Αχ ξέρετε για ποιον μιλώ; Για τον Νικόλα Μπράβο!».
Η αλήθεια είναι πως για πρώτη φορά ίσως, αυτό που ακούμε «περνούσαμε καλά στις πρόβες και φάνηκε», ισχύει: «Οι πρόβες μας ήταν από τα πιο ευχάριστα πράγματα που έχω ζήσει σε αυτή τη δουλειά» μας λέει η Λουκία. «Τα παιδιά αγάπησαν το κείμενο από την πρώτη στιγμή και ένιωσα πως κατευθείαν ξεκινήσαμε να ασχολούμαστε με την ουσία των πραγμάτων. Η Χρύσα με την εργατικότητα και τη συνέπειά της κι ο Νικόλας με αυτή του την ήσυχη ορμητικότητα. Οι δυο τους έφτιαξαν για μένα το ιδανικό ζευγάρι επί σκηνής. Ηταν τιμή μου που δουλέψαμε παρέα. Σε αυτή μας την προσπάθεια, ουσιαστική συνοδοιπόρος ήταν και η κινησιολόγος μας, Γεωργία Σταυρίδου, που κάθε φορά που κολλούσαμε ήταν εκεί να προτείνει λύσεις» απαντά, αλλά δεν σταμάτησε καν εκεί: «Ισως να είναι πάθηση, ίσως να ’χω μανία./ Μ’ αρέσει όμως να μιλώ σ’ ομοιοκαταληξία./ Το είπα και τ’ ομολογώ και πια δεν έχω κρίμα./ Ολες μου οι προτάσεις μου κάνουνε πάντα ρίμα./ Ας κλείσει η συζήτηση, ας κλείσει η κουβέντα./ Ακόμα που το ημπορώ κι ακόμη που ’χω ρέντα./ Πρέπει να πω ευχαριστώ – αλλιώς θα μου τα ψάλει- εις την δημοσιογράφο μας. Ω ναι. Στη Νόρα Ράλλη»… Τώρα μάλιστα. Καλή παράσταση!
ℹ️ «Το τυχερό λαχείο» παίζεται κάθε Δευτ., Τρ. στις 21.00, στο Θέατρο 104 (Ευμολπιδών 41, τηλ. 6951269828). Προπώληση και στο more.com.
