Την περασμένη Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου, άφησε την τελευταία του πνοή στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Βουκουρεστίου ο Χέλμουτ Ντουκαντάμ, σε ηλικία 65 ετών. Το κατόρθωμά του να αποκρούσει και τα τέσσερα χτυπήματα πέναλτι στη «ρώσικη ρουλέτα» ενός τελικού Κυπέλλου Πρωταθλητριών τού άνοιξε τις πόρτες για το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό πάνθεον. Και η κατάκτηση εκείνου του τροπαίου από τη Στεάουα το 1986 στη Σεβίλη, σε βάρος του απόλυτου φαβορί Μπαρτσελόνα, παραμένει το μεγαλύτερο επίτευγμα στην ιστορία του ρουμανικού ποδοσφαίρου.
Ο Χέλμουτ Ντουκαντάμ γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1959 στο Σέμλατς και ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο το 1975. Οι εμφανίσεις του με την Αράντ τον έφεραν στην Εθνική Ρουμανίας και έτσι τον είδαν οι άνθρωποι της Στεάουα και τον πήραν στο Βουκουρέστι, το 1983. Σπεσιαλιτέ του ήταν, πράγματι, οι αποκρούσεις των πέναλτι. «Μετά τις προπονήσεις, έμενα για ώρες στον αγωνιστικό χώρο με τους συμπαίκτες μου και βάζαμε στοιχήματα για το πόσα πέναλτι θα απέκρουα. Τελικά, αυτή η εξάσκηση αποδείχθηκε χρήσιμη», θυμόταν γελώντας τον Φεβρουάριο του 2019, σε συνέντευξη στο αγγλικό περιοδικό FourFourTwo.
Η Στεάουα μεσουρανούσε στο ρουμανικό ποδόσφαιρο. Πρόεδρός της ήταν ο πρωτότοκος γιος του δικτάτορα Νικολάε Τσαουσέσκου, ο Βαλεντίν. Οι αντίπαλοι σύλλογοι έκαναν λόγο για στημένα παιχνίδια, δωροδοκίες και διαφθορά, προκειμένου να εξηγήσουν τις επιτυχίες της Στεάουα. Δεν μπορούσαν να το αποδείξουν όμως -πόσο μάλλον τη σεζόν που η ομάδα της ρουμανικής πρωτεύουσας διακρίθηκε στην Ευρώπη. Εκεί όπου υπήρχε μόνο ο νόμος της UEFA, όχι αυτός των Τσαουσέσκου…
Τη σεζόν 1985-1986, το σούπερ φαβορί Μπαρτσελόνα θεώρησε ότι θα κατακτούσε άνετα το πρώτο της τρόπαιο στον θεσμό, χωρίς την τυραννία των Αγγλων που είχαν αποβληθεί από την Ευρώπη λόγω Χέιζελ. Ομως η Στεάουα -και δη ο Ντουκαντάμ- είχε διαφορετική άποψη.
Ο Ρουμάνος τερματοφύλακας αποκάλυψε τη δουλειά που είχε γίνει στη ρουμανική ομάδα πριν από τον τελικό της Σεβίλης: «Μετά την πρόκριση στα προημιτελικά, ο Βαλεντίν Τσαουσέσκου μάς είπε ότι θα κατακτήσουμε το τρόπαιο. Οταν έφυγε από τα αποδυτήρια, ξεσπάσαμε σε γέλια -τόσο εξωπραγματικό μας φαινόταν. Ομως, ο Βαλεντίν έπαιξε ρόλο στην επιτυχία. Μας έστειλε για χειμερινή προετοιμασία στα βουνά και, την άνοιξη πια, ήμασταν δυνατοί σαν ταύροι. Επίσης, φρόντισε να προπονούμαστε τα βράδια με φως, κάτι αδιανόητο για άλλους συλλόγους, λόγω των περιορισμών στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος που είχε επιβάλει το καθεστώς».
Οποιος παρακολούθησε τον τελικό της Σεβίλης το 1986, ειδήμων του ποδοσφαίρου ή μη, θυμάται μόνο τον Ντουκαντάμ. Το ίδιο το παιχνίδι ξεχάστηκε γρήγορα. Εμεινε μόνο το αυξανόμενο άγχος των «μπλαουγράνα», που έβλεπαν ότι η υπόθεση τρόπαιο δεν ήταν όσο εύκολη υπολόγιζαν, αλλά και η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση των Ρουμάνων που ήξεραν ότι, σε πιθανή διαδικασία πέναλτι, είχαν άσο στο μανίκι τους.
Ο -τότε 27χρονος- Ρουμάνος τερματοφύλακας μπήκε στο μυαλό των Αλεσάνκο, Πεντράθα, Πίτσι και Μάρκος Αλόνσο: «Το πρώτο πέναλτι ήταν το πιο δύσκολο. Ομως επέλεξα σωστά, πέφτοντας στα δεξιά. Στο δεύτερο, σκέφθηκα τι θα έκανα αν ήμουν ο Πεντράθα. Ο Ισπανός παίκτης μάλλον σκέφτηκε ότι θα επέλεγα την αριστερή πλευρά. Γι’ αυτό έπεσα δεξιά- και είχα δίκιο. Το ίδιο συνέβη και στο τρίτο πέναλτι. Ξανά δεξιά! Στο τέταρτο πέναλτι, “ψώνισα” τον Αλόνσο. Μετακινήθηκα ανεπαίσθητα προς τα δεξιά, με είδε, και άλλαξα κατεύθυνση, ενώ σούταρε αδύναμα προς τα αριστερά. Οταν το διηγείσαι έτσι, φαίνεται απλό. Οχι όμως όταν το ζεις μπροστά σε 70.000 ανθρώπους που κρατούν την ανάσα τους…».
Τι συνέβη όμως και εκείνος ο τελικός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών αποδείχθηκε το τελευταίο παιχνίδι σε υψηλό επίπεδο στην καριέρα του Χέλμουτ Ντουκαντάμ;
Λίγες εβδομάδες μετά την κατάκτηση του ευρωπαϊκού τροπαίου, η Στεάουα επρόκειτο να αγωνιστεί σε «στημένο» παιχνίδι, προκειμένου ο Βίκτορ Πιτσούρκα να αναδειχθεί πρώτος σκόρερ της κατηγορίας. Ο Ντουκαντάμ δεν θέλησε να μετάσχει στην κοροϊδία. Τελικά ο Πιτσούρκα σημείωσε χατ-τρικ, όμως ένας πιτσιρικάς της Σπορτούλ -ονόματι… Γκεόργκε Χάτζι- πέτυχε ακόμα περισσότερα τέρματα και τελείωσε τη σεζόν με 31 γκολ. Η άρνηση του Ντουκαντάμ τού στοίχισε απαγόρευση εισόδου στο προπονητικό κέντρο της Στεάουα επί δύο εβδομάδες και πρόστιμο τους μισθούς δύο μηνών. Υπήρξε μάλιστα και «δίκη» στον αγωνιστικό χώρο, υπό την επίβλεψη του Ιλιε Τσαουσέσκου, αδελφού του δικτάτορα και αναπληρωτή υπουργού Αμυνας.
Ο εφιάλτης όμως μόλις είχε ξεκινήσει. Ενα ανεύρυσμα που εντοπίστηκε στο δεξί του χέρι τον οδήγησε στο χειρουργείο λίγο πριν από τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου κατά της Ρίβερ Πλέιτ. Για να μπερδέψουν τους Αργεντινούς δημοσιογράφους και τους «κατασκόπους» της Ρίβερ, οι άνθρωποι της Στεάουα είπαν στον Ντουκαντάμ να κάνει ότι προπονείται και οι φωτογραφίες της εποχής τον εμφάνιζαν να αποκρούει βουτώντας πάντα στα αριστερά -ώστε να προστατεύσει το εγχειρισμένο δεξί χέρι.
Οι γιατροί, μολονότι έσωσαν το χέρι του, ήταν ξεκάθαροι: δεν θα μπορούσε να ξαναπαίξει. Και ο Ιλιε Τσαουσέσκου εξίσου ξεκάθαρος: αφού δεν έπαιζε, έπρεπε να φύγει από τον στρατό…
Αποσύρθηκε στο χωριό του, όπου για λίγο εργάστηκε σε βιοτεχνία επίπλων. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Τσαουσέσκου, βρήκε δουλειά ως συνοριοφύλακας, ενώ το 2003, μέσω μιας λαχειοφόρου αγοράς, δοκίμασε να εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί και επέστρεψε στη Ρουμανία, ζώντας πια με επιδόματα και προσπαθώντας να εξαργυρώσει τη φήμη του -έστω και ως παρατρεχάμενος του Τζίτζι Μπεκάλι στη Στεάουα.
Γύρω από το πρόσωπό του και -κυρίως- την απότομη εξαφάνισή του από το ποδόσφαιρο υπάρχουν θεωρίες συνωμοσίας. Οπως ότι ο Νίκου Τσαουσέσκου, μικρότερος γιος του Ρουμάνου δικτάτορα, ζήλευε παθολογικά τον τερματοφύλακα. Αιτία του φθόνου -πάντα σύμφωνα με τους διάφορους μύθους- ήταν ότι ο Νίκου ήταν ξετρελαμένος με το αστέρι της ενόργανης γυμναστικής, Νάντια Κομανέτσι, η οποία δεν ανταποκρινόταν στον έρωτα και τα δώρα του. Η μυστική αστυνομία Σεκουριτάτε ανέφερε στον νεαρό Τσαουσέσκου ότι είχαν δει μαζί τον Ντουκαντάμ και την Κομανέτσι. Και ο Νίκου, εξαγριωμένος, πυροβόλησε τον Ντουκαντάμ στο χέρι –ή, σύμφωνα με δεύτερη εκδοχή, έβαλε άνδρες του να του σπάσουν τα κόκαλα του χεριού και να του κόψουν την καριέρα.
Στην προαναφερθείσα συνέντευξη του 2019, ο Ντουκαντάμ απάντησε στις φήμες που συνοδεύουν το απότομο τέλος της καριέρας του: «Εδώ και 33 χρόνια καλούμαι να απαντώ σε διάφορες ιστορίες, ότι με πυροβόλησε ένα μέλος της οικογένειας Τσαουσέσκου. Ομως, δεν ισχύει. Αυτά είναι μύθοι που κυκλοφορούσαν διάφοροι στο Βουκουρέστι, τα τελευταία χρόνια του καθεστώτος, όταν το μίσος για τους Τσαουσέσκου ήταν πολύ έντονο. Η μόνη επαφή μου με τον Νίκου, όχι προσωπική αλλά ολόκληρης της ομάδας, ήταν σε δεξίωση μετά τον τελικό. Ηρθε να μας μιλήσει και δεν ήταν διόλου φιλικός απέναντι σε κανέναν μας. Μας είπε μάλιστα πως, αν είχαμε προετοιμαστεί καλύτερα, θα είχαμε νικήσει στα 90 λεπτά»…
