Σε κυβερνητικό τοίχο έπεσαν οι -δίκαιες, αναμφίβολα- διεκδικήσεις των δημοσίων υπαλλήλων για επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού. Στο πλαίσιο της χθεσινής στάσης εργασίας της ΑΔΕΔΥ και της συγκέντρωσης που πραγματοποιήθηκε έξω από το υπουργείο Οικονομικών, οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των δημοσίων υπαλλήλων συναντήθηκαν με τον υφυπουργό Χρίστο Δήμα, ο οποίος δεν έδωσε καμία θετική απάντηση σε κάποιο από τα αιτήματα που τέθηκαν.
Με τους δημοσίους υπαλλήλους να έχουν υποστεί στα χρόνια της λιτότητας μισθολογικές περικοπές που ξεπερνούν -ανά περιπτώσεις- και το 40%, κλάδοι του δημοσίου τομέα επαναφέρουν το αίτημα της επιστροφής των «δώρων» και διεκδικούν αυξήσεις στα επίπεδα του πληθωρισμού. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι απαντήσεις του υφυπουργού ήταν εναρμονισμένες στην κυβερνητική γραμμή που υποστηρίζει ότι μέσω του προϋπολογισμού του 2025 θα υπάρξουν αυξήσεις στα εισοδήματα μέσω φοροελαφρύνσεων και μείωσης στις ασφαλιστικές εισφορές.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι αντέτειναν ότι τα παραπάνω δεν ενισχύουν πραγματικά το εισόδημά τους, ενώ οι «αυξήσεις» που έφερε στην αρχή του έτους η κυβέρνηση αποτελούν «ψίχουλα».
Υπολογίζεται ότι η επαναφορά των «δώρων» προκαλεί δημοσιονομικό κόστος ύψους 1,65 δισ. ευρώ ετησίως. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα προκληθεί «δημοσιονομικός εκτροχιασμός», ωστόσο το αίτημα των δημοσίων υπαλλήλων υποστηρίζεται από όλα τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης, ενώ προσφάτως υπέρ της διεκδίκησης του δημοσιοϋπαλληλικού κόσμου τάχθηκε και η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων.
Από πλευράς ΑΔΕΔΥ αντιπροτάθηκε να καταργήσει η κυβέρνηση την εισφορά αλληλεγγύης στους δημοσίους υπαλλήλους και να τροποποιήσει τα μισθολογικά κλιμάκια, συνδυασμός από τον οποίο υπολογίζεται να προκύψει αύξηση ύψους 70-80 ευρώ στους μισθούς, με ετήσιος δημοσιονομικό κόστος περίπου 300 εκατ. ευρώ. Και αυτή η διεκδίκηση συνάντησε τη χθεσινή άρνηση της κυβέρνησης.
