Ξεκίνησαν με αίμα, τελείωσαν με δάκρυα και ήταν το προοίμιο του Εμφυλίου: αυτό ήταν τα Δεκεμβριανά, από τα οποία μετράμε 80 χρόνια σήμερα. Γιατί, σαν χθες, 3 του Δεκέμβρη 1944, το μεγάλο, παλλαϊκό συλλαλητήριο στην πλατεία Συντάγματος με περισσότερους από 100.000 ανθρώπους (ιστορικοί υπολογίζουν έως και μισό εκατομμύριο), άοπλοι πολίτες που διαδήλωναν υπέρ της νίκης του ΕΛΑΣ/ΕΑΜ απέναντι στους Γερμανούς κατακτητές, βάφτηκε κόκκινο στην κυριολεξία.
Χρόνια μετά ο αστυνομικός διευθυντής Αθηνών τότε, Αγγελος Εβερτ (πατέρας του πολιτικού και αρχηγού της Ν.Δ. Μιλτιάδη Εβερτ), σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Ακρόπολις» θα παραδεχτεί ότι ήταν αυτός που διέταξε τη βίαιη διάλυση της διαδήλωσης βάσει διαταγών που είχε λάβει, επειδή «υπήρχε κίνδυνος κατάλυσης του κράτους». Την επομένη, μετά τις κηδείες, οι πυροβολισμοί των αμάχων συνεχίστηκαν. «Μη διστάσεις να ενεργήσεις σαν να ήσουν σε κατακτημένη πόλη, όπου γίνεται μια τοπική εξέγερση», τηλεγραφεί στον Σκόμπι ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσόρτσιλ, και φυσικά η ελληνική κυβέρνηση Παπανδρέου ήταν απολύτως συμβατή με όλα τα παραπάνω.
Ο Βαλεντίνος (Βάλιας) Σεμερτζίδης (1911-1983) ήταν παρών εκείνες τις στιγμές. Περιγράφει υπό μορφή ημερολογίου όλη την περίοδο από τις 20 Οκτωβρίου 1944 έως και τις 20 Φεβρουαρίου 1945 (λίγες μέρες μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, δηλαδή). Το βιβλίο του «Ημερολόγιο “Δεκεμβριανά”» με εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια του ομότιμου καθηγητή Iστορίας της Tέχνης του Πανεπιστημίου Kρήτης, Νίκου Χατζηνικολάου, επανακυκλοφορεί σε εξαιρετική έκδοση από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ο Β. Σεμερτζίδης ήταν ζωγράφος και αριστερός αγωνιστής.
Γράφει: «Πρωί Κυριακής 2.12.1944. Είμαι έξω από την Αθήνα, στο σπίτι που μένει ο Γέρος (σ.σ. Σιάντος). Τούτη την ώρα έχει σύσκεψη με στρατιωτικούς. Ολάκερη η Αθήνα καίγεται από λαϊκή αγανάχτηση κι ενθουσιασμό. Οι δικοί μας είναι πανέτοιμοι, η στιγμή πλησιάζει (σ.σ. αναφέρεται στο συλλαλητήριο που θα ακολουθούσε ως “απάντηση στους προδότες”, όπως αναφέρει)».
Την επομένη, 3/12/1944 το βράδυ, γράφει: «Κρίσιμες στιγμές. Δυο φορές είδα σήμερα από κοντά πώς ζούνε οι δικοί μας τις στιγμές αυτές. Ηρεμοι, πιστεύουν στο δίκιο τους, ξέρουν τη σοβαρότητα, παίρνουν επάνω τους την ευθύνη ακέραιη. Ζητάμε την ανεξαρτησία, την εσωτερική αντιφασιστική ελευθερία. Οι αντίπαλοι πάνε να αιματοκυλήσουν τον λαό. Ο Σκόμπη, με τη διαταγή που έβγαλε, έδωσε στα καθάρματα αυτά κουράγιο. Ετσι, σήμερα είχαμε από τον άμαχο λαό 20 σκοτωμένους και περίπου 100 τραυματίες. Θάψανε μια για πάντα τον εαυτό τους στη συνείδηση του λαού»…
Ογδόντα χρόνια μετά, κι όμως ακόμα η ερώτηση είναι εκεί: Πράγματι αυτά τα εγκλήματα θάφτηκαν μια και για πάντα στη συνείδηση του λαού; Ή μήπως έχουμε, για πάντα, ξεχάσει; Ή δεν μάθει ποτέ;
