Τον σημερινό τίτλο, δάνειο από ομότιτλο λαϊκό τραγούδι των Χρήστου Νικολόπουλου – Πυθαγόρα, με τη φωνή του μεγάλου βάρδου της λαϊκής ψυχής και της εθνικής μας μελαγχολίας Στέλιου Καζαντζίδη, μου τον ενέπνευσε το χθεσινό πρωτοσέλιδο της «Συντακτών»: «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ΣΥΡΙΖΑ». Που εγώ, με το πόθεν έσχες του χρονογράφου, το διάβασα: Παραμύθι τέλος… Και ζήσανε αυτοί καλά και… μη χειρότερα.
Αντιγράφω τη σχετική παράγραφο από χθεσινό ρεπορτάζ της «Συντακτών»: «…Εξ ου και όσα έγιναν στο Γκάζι, έξω από τον χώρο του συνεδρίου, την Παρασκευή το βράδυ, αλλά και τις προηγούμενες μέρες στην προσυνεδριακή διαδικασία. Πολλά από τα οποία τα ίδια τα στελέχη ίσως θελήσουν να ξεχάσουν σύντομα…». Αντιγράφω τώρα την πρώτη στροφή και το ρεφρέν από το συγκεκριμένο ζεϊμπέκικο που περιγράφει, με δραματική λιτότητα, τον χωρισμό από έναν μεγάλο έρωτα (με μία μόνο δική μου παρέμβαση, εντός παρενθέσεως):
«Την παρασκευή το βράδυ Παναΐτσα μου/ Μου ετοίμασες με δάκρυα τη βαλίτσα μου/ Δεν θέλαν ορισμένοι να ζούμε αγαπημένοι/ Μια ευτυχία γκρέμισε και μια βαλίτσα γέμισε/ Με καημούς με αναμνήσεις και με βάσανα». Ρεφρέν: «Ελα πόνε έλα χάρε/ δυο [τους] δυστυχισμένους πάρε/ που τους χώρισε η ζωή/ Και στον άλλον κόσμο ίσως/ το ανθρώπινο το μίσος/ να μη φτάνει ώς εκεί…».
Αν βρεθεί άνθρωπος να πει ότι τα λόγια (πιστεύω και το μέλος!) αυτού του ζεϊμπέκικου δεν απηχούν αισθήματα που νιώσαμε πολλοί… την περασμένη Παρασκευή το βράδυ με όσα συνέβησαν στο Γκάζι, ίσως τότε δεν υπάρχει εναργέστερος τρόπος να αποδοθούν μεγάλες απογοητεύσεις: Υποσχέσεις που δόθηκαν και δεν τηρήθηκαν. Ερωτες που χτύπησαν την καρδιά και γλύκαναν τα χείλη, αλλά δεν ευοδώθηκαν. Ελπίδες που φτερούγησαν και σπάσαν τα φτερά τους σε δρόμους χωρίς επιστροφή. Ολα… με καημούς, με αναμνήσεις και με βάσανα, όπως όπως ριγμένα σε ένα… βαλιτσάκι… Αυλαία κι ένα δάκρυ!
