Έρευνα της Αρχής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος διεξάγεται για τον αστυνομικό που κατηγορείται για σωματική και σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών του και της συζύγου του. Με εντολή του προέδρου της Αρχής, Χαράλαμπου Βουρλιώτη, ξεκίνησε έλεγχος για τυχόν αθέμιτο πλουτισμό του, μετά από δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για πολυτελή βίο.
Στο πλαίσιο της έρευνας θα εξεταστεί αν τα εισοδήματά του δικαιολογούν τα ακριβά αποκτήματα που φέρεται να έχει στην κατοχή του βάση όσων έχουν δει το φως της δημοσιότητας ή η απόκτησή τους συνδέεται με αξιόποινες πράξεις όπως ξέπλυμα βρόμικου χρήματος.
Υπενθυμίζεται ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε προφυλακιστέος αλλά δε μετήχθη στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων και παρέμεινε στο νοσοκομείο όπου φρουρείται, καθώς έχει υποστηρίξει ότι αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχικά προβλήματα.
Σε βάρος του 45χρονου ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωρεία κακουργημάτων για την επί σειρά ετών καταγγελλόμενη κακοποίηση. Το κατηγορητήριο μετρά 10 αδικήματα που αφορούν βιασμό, βιασμό ανηλίκου, κατάχρηση, γενετήσιες πράξεις μεταξύ συγγενών κατά ανηλίκων, πορνογραφία ανηλίκων, ενδοοικογενειακή βία καθώς και οπλοφορία και οπλοχρησία. Όλα κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση.
Δημογλίδου: Τα παιδιά ανέφεραν σεξουαλική και σωματική κακοποίηση και από τους δύο γονείς
Η εκπρόσωπος Τύπους της ΕΛΑΣ, Κωνσταντίνα Δημογλίδου, ανέφερε στην τηλεόραση ότι η σύζυγος του αστυνομικού αντιμετωπίζεται ως θύμα χρόνιας κακοποίησης, σεξουαλικής και σωματικής.
Όπως είπε, «δεν γνωρίζω αν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης προκύψει κάτι σε βάρος της και ασκηθεί σε βάρος της δίωξη για οποιοδήποτε αδίκημα, γιατί η ίδια αναφέρει ότι συμμετείχε ουσιαστικά σε κάποιες πράξεις σε βάρος των παιδιών».
«Όλα όσα αναφέρει κι η μητέρα στην καταγγελία της δυστυχώς τα επιβεβαιώνουν και τα παιδιά. Μιλάμε για εκτεταμένη κακοποίηση από μικρή ηλικία και από τους δυο γονείς. Ξεκαθαρίζω ότι η μητέρα ουσιαστικά αναφέρει ότι με τη βία την προέτρεπε και την εξανάγκαζε ο άνθρωπος αυτός σε ασελγείς πράξεις και το επιβεβαιώνουν τα παιδιά με τις καταθέσεις τους», υπογράμμισε στη συνέχεια.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι δεν γνωρίζουμε πόσο ψυχικά δυνατή ήταν αυτή η γυναίκα όλη την περίοδο της ζωής της με αυτόν τον άνθρωπο, για να αντισταθεί σε αυτά που την εξανάγκαζε να πράξει, ενώ ταυτόχρονα σημείωσε πως δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη από την επαγγελματική παρουσία της στην Υπηρεσία ότι βίωνε έναν τέτοιον εφιάλτη.
«Παρόλο που αυτή η γυναίκα κινούταν καθημερινά ανάμεσα σε αστυνομικούς, φυσικά και θα μπορούσε ανά πάσα ώρα και στιγμή να ζητήσει βοήθεια, γνώριζε κι η ίδια ως αστυνομικός τις διαδικασίες, δυστυχώς όμως δεν απευθύνθηκε ποτέ στην Αστυνομία ούτε σε κάποιο οικείο της πρόσωπο για να μεταφερθεί η πληροφορία ότι κάτι συμβαίνει», είπε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ.
