ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χάρης Ιωάννου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λίγοι από την ευρύτερη Κεντροαριστερά θα μπορούσαν να διαφωνήσουν με όσα ενδιαφέροντα ειπώθηκαν στην εκδήλωση του Ινστιτούτου του Αλέξη Τσίπρα την Τρίτη στον Πειραιά. Ξεχωρίζω π.χ. την αποστροφή ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στον τουρισμό και το real estate, ότι η χώρα χρειάζεται ένα μεγάλο αναπτυξιακό σοκ και ότι πρέπει να θέσει ως εθνικό στόχο τη σύγκλιση με το βιοτικό επίπεδο της υπόλοιπης Ε.Ε. για να μην καταντήσει η φτωχότερη χώρα. Το πρόβλημα με την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι όσα είπε, αλλά ποιος τα είπε. Με άλλα λόγια, το ζήτημα της αξιοπιστίας του.

Διότι μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να υποστηρίζει τώρα ότι η χώρα χρειάζεται αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, αλλά το κόμμα του δεν είχε ψηφίσει ούτε καν την ηλεκτρονική συνταγογράφηση το 2010. Χώρια που την περίοδο 2015-19 δεν διακρίθηκε για κάποιο μεταρρυθμιστικό ζήλο, πέρα από μνημονιακές υποχρεώσεις. Πώς θα πείσει ο κ. Τσίπρας για το απαραίτητο αναπτυξιακό σοκ, όταν η πρώτη του κίνηση ως πρωθυπουργού ήταν να διορίσει υπουργό Ανάπτυξης έναν πολιτικό που ονειρευόταν επιστροφή στη δραχμή, χρήματα από τη Ρωσία και έκανε «υποκλίσεις» στον επικεφαλής της Gazprom; Πώς θα πείσει την κοινή γνώμη για τις απόψεις του στην οικονομία όταν πριν από 9 χρόνια έστηνε τον κόσμο στις ουρές των ΑΤΜ για να πάρουν 60 ευρώ, με υπουργό Οικονομικών κάποιον που μέχρι σήμερα επιδιώκει τη ρήξη με την ευρωζώνη; Πώς θα πείσει ότι ωρίμασε πολιτικά, όταν το δημιούργημά του (ΣΥΡΙΖΑ) κατέρρευσε εκλογικά το 2023 και από τότε βρίσκεται σε μια μόνιμη πορεία διάλυσης σε σημείο εξευτελισμού;

Αν και δεν είπε ούτε καν τη λέξη ΣΥΡΙΖΑ, ο πρώην πρωθυπουργός είναι σαφές πως δηλώνει πολιτικά «παρών». Ισως και να ονειρεύεται την επιστροφή του ως ηγέτης του κόμματός του (;) ή μιας ευρύτερης παράταξης ή έστω μιας μεγάλης εκλογικής συμμαχίας. Θα πρέπει να μπει στην ουρά με τους υπόλοιπους πρώην πρωθυπουργούς που αισθάνονται πως αδικήθηκαν, ειδικά τα χρόνια του μνημονίου (Γ. Παπανδρέου, Αντ. Σαμαράς), ή με όσους θεωρούνταν «εθνική εφεδρεία», αλλά αποτελούσαν την αθέατη τρίτη συνιστώσα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., όπως εύστοχα έχει πει ο Ευάγγελος Βενιζέλος για τον Κώστα Καραμανλή. Ωστόσο, δεν αρκεί μόνο η αναγνώριση των λαθών σε υποθέσεις, όπως η Novartis. O Αλέξης Τσίπρας έχει να λύσει με ειλικρίνεια πολλές εκκρεμότητες με την Ιστορία, αν θέλει κάποια στιγμή να κάνει ένα πολιτικό come back. Και ίσως να βιάζεται, όταν μόλις πριν από έναν χρόνο διεκδικούσε ξανά την πρωθυπουργία και η απάντηση του εκλογικού σώματος ήταν συντριπτική με 23 μονάδες διαφορά.

Και μιας και ο λόγος για Ιστορία, καλό είναι να μην την ξεχνάμε, όσο και αν ενοχλεί την κυρίαρχη αντίληψη ή όσους θέλουν να την ξαναγράψουν. Πολύ σωστά ο Νίκος Ανδρουλάκης χθες στη Βουλή υπενθύμισε στον πρωθυπουργό του κόμματος που χρεοκόπησε τη χώρα και σήμερα δίνει μαθήματα υπευθυνότητας ότι «δεν ήμουν εγώ, κ. Μητσοτάκη, το 2010 που καιγόταν η χώρα, που με την ψήφο μου, -αν δεν υπήρχαν οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ-, σήμερα θα ήμουν πρωθυπουργός της δραχμής». Τα φληναφήματα για το δήθεν «λεφτά υπάρχουν» που απάντησε ο πρωθυπουργός τον εκθέτουν ως παραχαράκτη της Ιστορίας, καθώς το «λεφτά υπάρχουν» συνοδευόταν από πολλά ΑΝ, τα οποία θα μπορούσαν να του τα θυμίσουν οι παρακαθήμενοι υπουργοί του που ήταν τότε στο ΠΑΣΟΚ: «Αν τα διεκδικήσεις, αν προσελκύσεις επενδύσεις, αν νοικοκυρέψεις το κράτος, αν αξιοποιήσεις τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, ώστε να αβγατίσουν και να δημιουργήσουν νέο πλούτο».

Επίσης ο κ. πρωθυπουργός πρέπει κάποια στιγμή να μας απαντήσει ποιος είχε δίκιο τον Μάιο του 2010: ο ίδιος ως βουλευτής της αντιμνημονιακής λαϊκίστικης Δεξιάς του Αντώνη Σαμαρά που καταψήφισε το 1ο Μνημόνιο ή η αδερφή του, Ντόρα Μπακογιάννη, που το υπερψήφισε και γλιτώσαμε όσα τελικά ζήσαμε το 2015;