Σήμερα, 14 Δεκεμβρίου, κλείνουν 110 χρόνια από την ίδρυση της ΕΣΗΕΑ. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, αφορμή για τη δημιουργία της Ενωσης Συντακτών ήταν ο θάνατος ενός δημοσιογράφου, του Κωνσταντίνου Ρίσβη, για την κηδεία του οποίου, καθότι πάμπτωχος, χρειάστηκε να γίνει έρανος από τους συνάδελφους του. Αυτήν την εκδοχή αποδέχεται και η ΕΣΗΕΑ. Ωστόσο, υπάρχουν και οι ερευνητές που υποστηρίζουν ότι αυτό το γεγονός, ως αφορμή ή και αιτία για την οργάνωση των δημοσιογράφων της εποχής, εγγράφεται μάλλον στην παράδοση και στον μύθο παρά στην πραγματικότητα.
«Κάθε μύθος μπορεί να κρύβει και μία πραγματικότητα» επεσήμανε στην ομιλία του στο 18ο Δημοσιογραφικό Συνέδριο της Σαμοθράκης ο καθηγητής του ΑΠΘ, Αντ. Σκαμνάκης. «Ο θάνατος ενός δημοσιογράφου αποτέλεσε πράγματι την αφορμή για τη δημιουργία μιας επαγγελματικής δημοσιογραφικής ένωσης. Αλλά αυτός ο λόγος δεν αφορούσε τη δημιουργία της Ενωσης Συντακτών, τον Δεκέμβριο του 1914, αλλά τη δημιουργία του Συνδέσμου Συντακτών Ελληνικών Εφημερίδων, που ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1903».
Ο καθηγητής, μελετώντας χρόνια τα αρχεία για την εξέλιξη της δημοσιογραφίας και των επαγγελματικών ενώσεων των δημοσιογράφων από το 1864 έως και το 1914, παρουσίασε στη Σαμοθράκη, για πρώτη φορά δημόσια, στοιχεία για το ποια ή ποιες ήταν οι πρώτες οργανώσεις – ενώσεις που κυοφόρησαν το σπέρμα της συγκροτημένης οργάνωσης των δημοσιογράφων του Αθηναϊκού Τύπου και αποκάλυψε ότι η πρώτη δημοσιογραφική ένωση στην Ελλάδα δημιουργήθηκε το 1864, ενώ το 1896 εμφανίστηκε και μια βραχύβια ένωση με πρόεδρο τον Κωστή Παλαμά.
«Υστερα από μακροχρόνια προσπάθεια εντοπίσαμε και το καταστατικό της εν λόγω ένωσης, το οποίο θα παραδώσουμε εκεί που ανήκει, στην ΕΣΗΕΑ» επισήμανε ο κ. Σκαμνάκης. Στα τεκμήρια που παρουσίασε για τον Σύνδεσμο Δημοσιογράφων, που δημιουργήθηκε το 1864 με πρόεδρο τον Μιχάλη Δημητρίου, περιλαμβάνεται μία ανακοίνωση του εν λόγω συλλόγου δημοσιογράφων στις εφημερίδες «Παλιγγενεσία» (30/3/1864) και «Εθνοφύλαξ» (28/3/1864), η οποία αφορούσε μία ευχαριστήρια επιστολή προς τον φιλέλληνα Αγγλο βουλευτή Γκρέγκορυ. Είχε προηγηθεί ένα κάλεσμα για συνάντηση των εφημεριδογράφων χωρίς να αναφέρεται ο σκοπός της συνάντησης («Παλιγγενεσία», 8/2/1864). Στις 14 Μαΐου δημοσιεύεται η απαντητική επιστολή του Γκρέγκορυ («Εθνοφύλαξ», 14/5/1864) προς τον πρόεδρο του «Συλλόγου των εν Αθήναις Δημοσιογράφων» Μ. Δ. Καλοποθάκη. Να σημειωθεί δε ότι στις 26 Αυγούστου ξεκίνησε στην Εθνοσυνέλευση η συζήτηση περί Τύπου («Εθνοφύλαξ» 25/8/1864, «Εθνοφύλαξ» 27/8/1864, «Εθνοφύλαξ» 4/9/1864) και, συνεπώς, η δημιουργία του εν λόγω συλλόγου ίσως σχετίζεται με την ψήφιση του Συντάγματος του 1864, το οποίο κατοχύρωνε την ελευθερία του Τύπου και την ελεύθερη κυκλοφορία ιδεών, είπε ο καθηγητής του ΑΠΘ.
Ο εντοπισμός της Ενωσης Συντακτών το 1864 έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς «από τη βιβλιογραφία γνωρίζαμε ότι η πρώτη Ενωση δημιουργήθηκε το 1889, η Ενωση Ελλήνων Δημοσιογράφων, ενώ από την έρευνά μας στα αρχεία της ΕΣΗΕΑ αναφέρονται, επίσης, αλλά χωρίς να δίνονται πολλές λεπτομέρειες, η Εταιρεία Δημοσιογράφων και ο Σύνδεσμος Συντακτών Ελληνικών Εφημερίδων», σημείωσε ο κ. Σκαμνάκης. Πρόσθεσε δε ότι σύμφωνα με τον Bickford-Smith ο αριθμός των επαγγελματιών δημοσιογράφων το 1889 ανήλθε σε 120 από 68 που ήταν το 1861 (Bickford-Smith 1993: 119) ενώ οι εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα ήταν το 1864 περίπου 27.
«Είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ του εκδότη και του δημοσιογράφου. Οι εκδότες ήταν ταυτόχρονα και δημοσιογράφοι στον βαθμό που αυτοί ασχολούνταν με την ύλη και αρθρογραφούσαν. Οι εφημερίδες της περιόδου δεν ήταν οργανωμένες επιχειρήσεις και κυρίως δεν απασχολούσαν μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Το γεγονός αυτό επιδρά στη διαδικασία επαγγελματικής οργάνωσης των δημοσιογράφων, αλλά και στη δημιουργία μιας συλλογικής επαγγελματικής ταυτότητας. Εκδότες, δημοσιογράφοι, λογοτέχνες και πολιτικοί, εφόσον εμπλέκονται στην έκδοση των εφημερίδων, διαμορφώνουν μια εξαιρετικά ετερογενή ομάδα χωρίς σαφή επαγγελματικά χαρακτηριστικά. Αλλά από αυτό το μείγμα προέκυψε μία μεγάλη δημοσιογραφική παράδοση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, αυτή της λογοτεχνικής δημοσιογραφίας», τονίζει ο καθηγητής του ΑΠΘ.
Για τον επίλογο, ο κ. Σκαμνάκης μάς επιφύλαξε και αποκαλύψεις για τον Κωνσταντίνο Ρίσβη, ο οποίος υπήρξε ταμίας του Δ.Σ. του Συνδέσμου Συντακτών Αθηναϊκών Εφημερίδων, που είχε ιδρυθεί το 1896 με πρόεδρο τον Κωστή Παλαμά. Δημοσιογράφος της «Εφημερίδος» και επιστήθιος φίλος του Ιωάννη Κονδυλάκη και του Γ. Καραχάλιου, ο Κ. Ρίσβης είχε συνεργαστεί και με το περιοδικό «Τα Ολύμπια», συνεργάστηκε επίσης και με την εφημερίδα «Κώδων» με εκδότη τον Γεώργιο Μούχο, τον γνωστό «Καμπούρη», ενώ το 1898 εξέδωσε τη βραχύβια ημερήσια εφημερίδα «Θόρυβος», συνέχεια του «Κώδωνος».
Στις 5 Μαρτίου 1899 ο Ρίσβης οδηγείται ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών, κατηγορούμενος για εξύβριση της βασιλικής οικογένειας εξαιτίας ενός άρθρου που έγραψε στον «Θόρυβο» και συγκεκριμένα για εξύβριση της βασίλισσας και του διαδόχου. Στη δίκη παρίστανται και μιλούν διάφοροι μάρτυρες, βουλευτές, δημοσιογράφοι και φοιτητές, ενώ ο ίδιος στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμία πρόθεση εξύβρισης, ωστόσο οι ένορκοι τον έκριναν ένοχο και καταδικάστηκε. Η ποινή που του αποδόθηκε ήταν φυλάκιση ενός έτους και εννέα μηνών και χρηματικό πρόστιμο 100 δραχμών.
Να σημειωθεί ότι ο Ρίσβης ήταν ήδη προφυλακιστέος στις φυλακές Συγγρού επί 4 μήνες, που αφαιρέθηκαν από τον συνολικό χρόνο φυλάκισης που του επιδικάστηκε. Ο ίδιος προσέφυγε στον Αρειο Πάγο για την αναίρεση της απόφασης αλλά ελάχιστες ημέρες μετά αντιμετώπισε νέες κατηγορίες.
Στις 10 Μαρτίου 1899 δημοσιεύεται νέα δίωξη και μαζί με ακόμη έναν δημοσιογράφο, τον Παπαβραμόπουλο, κατηγορούνται για εξύβριση του βασιλιά και για, θεωρούμενα ως υβριστικά, σχόλια στην εφημερίδα «Θόρυβος». Μετά την απελευθέρωσή του, με τη διαμεσολάβηση του Ν. Θων, εκδίδει το 1900 την (επίσης βραχύβια) ημερήσια πρωινή εφημερίδα «Πυρ». Είχε, όμως, προσβληθεί από φυματίωση και απεβίωσε στις 26 Ιουνίου του 1902.
«Στην πραγματικότητα», καταλήγει ο Ανδρέας Σκαμνάκης, «η δημιουργία της Ενωσης Συντακτών είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιων προσπαθειών, των σημαντικών μεταβολών στον χώρο του Τύπου και της δημοσιογραφίας στις αρχές του 20ού αιώνα, της εγκαθίδρυσης μιας αστικής δημοκρατίας μετά το κίνημα στο Γουδί, τη φιλελευθεροποίηση που άνοιξε η εποχή Βενιζέλου, του Ν. 281/1914 “περί σωματείων” και τέλος η ύπαρξη μιας δυναμικής ομάδας δημοσιογράφων με βασικό τον Μήτσο Χατζόπουλο».
