ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ερώτημα του τίτλου μπορεί να διατυπωθεί μ’ έναν άλλο παραστατικό ρητορικό τρόπο: «Γιατί έσβησαν τα φανάρια»; Ampel ήταν η δημοσιογραφική ονομασία της τρικομματικής κυβέρνησης στη Γερμανία, της οποίας καγκελάριος ήταν ο προερχόμενος από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, Oλαφ Σολτς. Η κυβέρνηση αυτή, η οποία σχηματίστηκε μετά από πολύμηνες διαβουλεύσεις μετά τις ομοσπονδιακές κοινοβουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2021, θα έπρεπε να παραμείνει μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025 σύμφωνα με το Σύνταγμα. Οι ραγδαίες όμως κομματικές εξελίξεις οδηγούν τελικά τη Γερμανία στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών, οι οποίες, όπως δείχνουν τα πράγματα, θα διεξαχθούν στις 23 Φεβρουαρίου του 2025.

Για να καταλάβουμε όλοι μας πώς και γιατί κατέρρευσε η κυβέρνηση στη Γερμανία κρίνεται απαραίτητο να σκιαγραφηθεί το γενικό, το καθολικό πραγματολογικό πλαίσιο, εντός του οποίου η Γερμανία ως κράτος αλλά προ πάντων ως πολιτική κοινωνία χαράσσει την ιστορική εξέλιξή της μετά το έτος 1989. Εδώ και τριάντα πέντε χρόνια (1989-2024) η Γερμανία ως πολιτική οντότητα ακολουθεί τεθλασμένη ιστορική πορεία. Θα έλεγε κανείς ότι έχει «χάσει τον μπούσουλα»! Σε προηγούμενο κείμενό μου στην «Εφ.Συν.» είχα γράψει ότι η Γερμανία έχει «μεταμορφωθεί» (ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό τον Κάφκα) σε σχοινοβάτη, σε ακροβάτη. Ισορροπεί πάνω σ’ ένα σχοινί και κάνει ακροβατικά νούμερα όπως αυτά που βλέπουμε στο τσίρκο. Η αποχώρηση της Mέρκελ από την πολιτική άφησε ένα πολιτικό κενό το οποίο αγγίζει την ίδια την ιστορική εξέλιξη της Γερμανίας.

Στην πρώτη φάση μετά το 1989 η Γερμανία επιδίωξε να μετατρέψει την Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) σε οικονομικό υποχείριό της! Αυτή η γερμανική ηγεμονία στην Ε.Ε. κράτησε μέχρι και το έτος 2018, οπότε και η πολιτική κοινωνία στην Ελλάδα συνειδητοποίησε ότι θυσιάστηκε ως «Ιφιγένεια» στον βωμό αυτής της ηγεμονίας.

Ο θάνατος του Σόιμπλε και η αποχώρηση της Mέρκελ σήμαναν ως πολιτικά συμβάντα το «τέλος της γερμανικής ηγεμονίας» στην Ευρώπη. Τώρα για τη νεοσύστατη τότε στις αρχές του 2022 τρικομματική κυβέρνηση υπό τον Oλαφ Σολτς αξίζει να τονιστεί ότι, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια τα πράγματα, ήταν μια «πολιτική λύση ανάγκης»! Οσοι έχουμε διαβάσει το ιδεολογικο-πολιτικό πρωτόκολλο συνεργασίας που υπέγραψαν τα τρία κόμματα -Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, Φιλελεύθεροι και Πράσινοι- σήμερα διαπιστώνουμε ότι η εφαρμογή αυτού του κυβερνητικού προγράμματος που προωθούσαν ήταν αδύνατη και τελικά, ακόμη χειρότερα, θα ήταν καταστροφική για τη γερμανική κοινωνία. Ο σχοινοβάτης Oλαφ Σολτς από την προηγούμενη διοικητική θητεία του (διετέλεσε δήμαρχος στο Αμβούργο) είχε γίνει παραδεκτό σε παγγερμανική κλίμακα ότι δεν διαθέτει προσόντα και ικανότητες διοίκησης.

Η θεωρητικο-πολιτική θέση μου για την κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού διατυπώνεται ως εξής: ο ετοιμόρροπος συνασπισμός κυβερνητικής εξουσίας δεν είναι ζήτημα προσώπων και πολιτικώς δρώντων. Είναι ζήτημα να εκφραστεί η πολιτική πενία της Γερμανίας σε κομματικό και σε πολιτικο-κυβερνητικό επίπεδο. Κατά την άποψή μου η Γερμανία πάσχει από μια «πολιτική ασθένεια»(!): ποια είναι αυτή; Η πολιτική συνθήκη της «ασημαντότητας» (κατά τον Καστοριάδη) έχει καταστεί ενδημική κατάσταση για τη Γερμανία μετά την πτώση του Τείχους.

Ο κυβερνητικός συνασπισμός του Σολτς από τη γέννησή του (Genesis γερμανιστί: ο όρος είναι ελληνικός!) κουβαλούσε δύο ανομολόγητες εσωτερικές κρίσεις που περνάει η γερμανική πολιτική κοινωνία: η μία είναι κρίση ηγεμονίας και η άλλη είναι κρίση αντιπροσώπευσης. Τα «φανάρια» ως κυβερνητικός συνασπισμός δεν απέκτησαν, με δικά τους λάθη, ποτέ την πολιτική ηγεμονία στη χώρα τους. Λειτούργησαν επί σχεδόν τέσσερα χρόνια ως διοικητική μηχανή διευθέτησης ζητημάτων του κοινωνικού βιόκοσμου. Δεν συνέχισαν καν το επίδοξο έργο της Mέρκελ για «γερμανική ηγεμονία» στην Ευρώπη.

Οσον αφορά την κρίση αντιπροσώπευσης, αυτή γίνεται ορατή διά γυμνού οφθαλμού στην περίπτωση της Γερμανίας. Η πολιτική αναδιανομή των κοινωνικών στρωμάτων, των κοινωνικών τάξεων είναι πια μια μεταπολιτική πραγματολογική κατάσταση. Δεν θα ήθελα σ’ αυτό το σημείο να επεκταθώ σε ριζικά ζητήματα θεσμικού αυτοπροσδιορισμού της Γερμανίας, αλλά και της νεωτερικής πολιτικής κοινωνίας της εποχής μας.

Ας καταγραφεί ως τελικό συμπέρασμα των αναλύσεών μου το εξής: οι δύο πολιτικές κρίσεις (η κρίση της ηγεμονίας και η κρίση της αντιπροσώπευσης) οι οποίες λειτούργησαν ως αποδομητικά θεμέλια για την κυβέρνηση Σολτς υφίστανται ως πραγματολογικές συνθήκες που καθορίζουν το μέλλον της Γερμανίας. Οποιαδήποτε κυβέρνηση προκύψει μετά τις εκλογές της 23ης Φεβρουαρίου του 2025 θα βρεθεί μπροστά σ’ αυτές τις κρίσεις, οι οποίες αποτυπώνουν τα δομικά και λειτουργικά αδιέξοδα της γερμανικής κοινωνίας του σήμερα, του εικοστού πρώτου αιώνα.

*Πολιτικός φιλόσοφος