Μια εγκληματική οργάνωση-μαμούθ που εξαπάτησε ηλεκτρονικά δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες ανυποψίαστους πολίτες εξαρθρώθηκε από την Ασφάλεια Αττικής, που προχώρησε σε 25 συλλήψεις συνολικά, ενώ άλλα 12 μέλη της οργάνωσης έχουν ταυτοποιηθεί. Ο γνωστός «τζίρος» της εγκληματικής οργάνωσης, που φέρεται να δρούσε εδώ και περίπου 2 χρόνια, ξεπερνά τα 3 εκατ. ευρώ, ενώ είχε στηθεί ακόμα και τηλεφωνικό κέντρο στην πόλη του Αργους και «επιχειρησιακά κέντρα» στο Ζευγολατιό και στα Εξαμίλια Κορινθίας.
Αστυνομικοί που βρέθηκαν κοντά στην υπόθεση σημειώνουν ότι πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες οργανωμένες απάτες στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, ενώ οι καταγγελίες είχαν ξεκινήσει από το 2022, με την οργάνωση να παρουσιάζεται αρκετά ευπροσάρμοστη στις εκάστοτε συνθήκες. Μέχρι στιγμής έχουν εξιχνιαστεί 656 υποθέσεις, ενώ αστυνομικές πηγές εκτιμούν στην «Εφ.Συν.» ότι η σπείρα πιθανόν να εμπλέκεται σε 3.000 υποθέσεις με όφελος ακόμα και 14 εκατ. ευρώ. «Πιθανόν να υπάρχουν και ακόμα περισσότερες υποθέσεις που δεν έχουν καταγγελθεί ή άλλες υποομάδες με παρόμοια δράση», σημειώνουν οι ίδιες πηγές. Πέραν αυτού, η υπόθεση αναδεικνύει τα πολλά κενά ασφαλείας, ελέγχων και ταυτοποίησης σε ιστοσελίδες αγγελιών και πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, κενά για τα οποία παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν εδώ και καιρό.
Αστυνομικές πηγές περιγράφουν άλλωστε την οργάνωση περισσότερο σαν μία καλά οργανωμένη επιχείρηση στα πρότυπα της μαφίας. Τα ηγετικά μέλη συνομιλούσαν με «πακιστανικά» τηλέφωνα και εφαρμογές ώστε να προστατεύουν τις επικοινωνίες τους, ενώ τα μεγάλα χρηματικά ποσά που κατάφερναν να αποκομίσουν «ξεπλένονταν» στη συνέχεια με κάθε είδους αγορές, όπως σπορ αυτοκίνητα, συμμετοχή σε εργολαβίες για ανέγερση κατοικιών αλλά και αγορές ειδών μεγαλύτερης ή μικρότερης αξίας με δυνατότητα μεταπώλησης. Στόχος ήταν να χάνονται τα ίχνη των χρηματικών ποσών και να γίνονται με ταχύτητα όσο το δυνατόν περισσότερες συναλλαγές, ώστε να μην είναι εύκολη η εύρεση της ροής των χρηματικών ποσών πίσω από αλλεπάλληλους τραπεζικούς λογαριασμούς όπως και λογαριασμούς σε άλλες ηλεκτρονικές πλατφόρμες.
Ως δικαιούχοι των πολλαπλών τραπεζικών λογαριασμών ή «βαποράκια» (mules) εμφανίζονταν διάφορα άτομα που συνήθως βρίσκονταν σε ανάγκη (χρήστες, άποροι, εθισμένοι στον τζόγο κ.ά.), τα οποία παραχωρούσαν στη σπείρα τη διαχείρισή τους έναντι αμοιβών 300 έως 800 ευρώ. Μάλιστα, η οργάνωση προχωρούσε σε γρήγορες εναλλαγές προσώπων όταν η ύποπτη δραστηριότητα των λογαριασμών τους πάγωνε έπειτα από έρευνες των Αρχών ή ενέργειες προστασίας των ίδιων των τραπεζών. Ορισμένα μέλη της οργάνωσης δραστηριοποιούνταν και στη διακίνηση ναρκωτικών τόσο για να αποκομίσουν περαιτέρω οικονομικό όφελος όσο και για να στρατολογήσουν χρήστες, ιδιοποιούμενα τα τραπεζικά στοιχεία τους.
