ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ myrtomitraina
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ομολογώ πως όταν η Μαριάνθη μου ζήτησε να μιλήσω στην παρουσίαση του βιβλίου της ξαφνιάστηκα. Και καταλήγω σε δύο πιθανά σενάρια: είτε οι βασικές επιλογές της απέρριψαν την πρόσκληση, είτε ήθελε έναν δηλωμένο οπαδό της δουλειάς της στο μικρόφωνο, ώστε να ξέρει ότι θα ακουστούν μονάχα καλά λόγια.

Ο «Μωβ Σκίουρος» στα μάτια μου δεν είναι απλώς ένα βιβλιοπωλείο ή ένας εκδοτικός οίκος. Είναι ένα Café de Flore των πολύ φτωχών, το παρισινό καφέ όπου ο Σαρτρ και ο Καμί μιλούσαν με τις ώρες για λογοτεχνία και ποδόσφαιρο. Βέβαια στον «Σκίουρο» οι ποδοσφαιρικές κουβέντες απαγορεύονται, οπότε αναγκαστικά το διαιτολόγιο έχει αποκλειστικά λογοτεχνικές κουβέντες.

Ενα Σάββατο πρωί λοιπόν έχω έρθει για καφέ στον «Σκίουρο» και ξαφνικά μπαίνει μια όμορφη γυναίκα με ένα τεράστιο χαμόγελο. Α, και φορτωμένη με ψώνια. Συστήνεται λοιπόν η Μαριάνθη κι εγώ χάνω τα λόγια μου, γιατί το «Ικλι Αβρίκ», το πρώτο της βιβλίο, είναι από τις αγαπημένες μου ελληνικές δημιουργίες εδώ και πολύ καιρό. Ειδικά η αρχή του με κάνει να ανατριχιάζω, γιατί έχω μια ιδιαίτερη σχέση με την ιστορία της απόδρασης από τα Βούρλα.

Και εκεί έμαθα ότι ετοιμάζεται να εκδώσει τα «…Χαμόγελα». Κάθε φορά που μαθαίνω για μια καινούργια κυκλοφορία, θυμάμαι μια κουβέντα με τον κουμπάρο μου πριν από αρκετά χρόνια, που μου είπε ότι δεν υπάρχει λόγος να γράφεται νέα λογοτεχνία αφού υπάρχουν τόσα αριστουργήματα από το παρελθόν. Αλλά διαφωνώ κάθετα. Γιατί ένα βιβλίο, όπως και μία ταινία ή ένας δίσκος, δεν είναι μονάχα καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά και μια λαογραφική κατάθεση.

Ας πούμε, στη μεγάλη πλειονότητά τους οι ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 1980 είναι καλλιτεχνικά σκουπίδια, όμως η λαογραφική αξία τού «Βασικά καλησπέρα σας» είναι μεγάλη. Αν τώρα καταφέρεις να δέσεις αυτό το «αθέλητο» χρονογράφημα με άρτια καλλιτεχνική δημιουργία, έχεις το «Νοκ Αουτ» του Τάσσιου ή τα «…Χαμόγελα» της Μαριάνθης. Η αγαπημένη μου ατάκα στο βιβλίο είναι προς το τέλος, στα «Πορτρέτα της Μυρτώς», εκεί που ο αφηγητής, ένας ΜΑΤατζής, λέει: «Γέμισε το χωριό Πακιστανούς, τα ξέρεις, τους έχει ο πατέρας μου στο θερμοκήπιο, τους βλέπω και μου γυρνάνε τ’ άντερα».

Σε δυο αράδες δίνει μια ολόκληρη εποχή. Τον ακραίο εθνικιστή που μισεί τους ξένους, όμως τους ανέχεται όσο του κάνουν τη δουλειά του. Και πιο μετά μαθαίνουμε ότι αυτός ο ΜΑΤατζής ήταν ένας άνθρωπος με καλλιτεχνική φλέβα, την οποία καταπίεσε για να χωρέσει στο προφίλ του μάτσο άντρα. «Με φαντάζεσαι να είχα γίνει εγώ ζωγράφος ρε;»

Είναι τόσο σύγχρονο, τόσο Ελλάδα τού σήμερα. Πολλές φορές ακούμε ότι ένα έργο του παρελθόντος είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Ξέρετε όμως τι είναι ακόμα πιο επίκαιρο; Κάτι που γράφτηκε από έναν άνθρωπο της εποχής.

Γι’ αυτό και τσινάω όταν ακούω ότι ο τάδε συγγραφέας γράφει σαν τον Ροΐδη ή σαν τον Καραγάτση –επιτρέπεται αυτό το όνομα στον «Σκίουρο»; Θέλω να διαβάζω ανθρώπους που γράφουν σύγχρονα. Και η Μαριάνθη το καταφέρνει αυτό αριστουργηματικά. Η μεγάλη πρόκληση στα διηγήματα, σε σχέση με ένα μυθιστόρημα, είναι η οπτική γωνία. Αν αλλάζει από διήγημα σε διήγημα, τότε πρέπει να μπάσεις πολύ γρήγορα τον αναγνώστη στο νόημα και να το κάνεις με φυσικότητα. Ειδικά το πρώτο πρόσωπο είναι δύσκολο, αλλά αυτό που κάνει η Μαριάνθη και λατρεύω είναι πως τροποποιεί την αφήγηση σε σχέση με τον χαρακτήρα ή το φύλο.

Ανοίγοντας ένα βιβλίο που έχει γράψει γυναίκα, προφανώς περιμένεις τη δική της οπτική γωνία. Ομως η Μαριάνθη γράφει εξαιρετικά σαν άντρας. Η παρατήρηση, τα ανοιχτά μάτια και αυτιά είναι το καλύτερο όπλο για έναν συγγραφέα και είναι ξεκάθαρο ότι όλες οι αισθήσεις της Μαριάνθης είναι συνδεδεμένες με ένα κοινωνικό ραντάρ.

Αλλά αφού λέω για την αφήγησή της, άλλο είναι που μου αρέσει περισσότερο. Δεν μαθαίνουμε ποτέ τα ονόματα των αφηγητών. Δεν μαθαίνουμε πώς μοιάζουν, δεν μαθαίνουμε πού βρίσκονται γεωγραφικά. Και θεωρώ ότι αυτή είναι η σωστή τεχνική για ένα διήγημα. Είναι σύντομη ιστορία και το πολύ λίπος πρέπει να κόβεται. Οι λεπτομέρειες πρέπει να συμπληρώνονται με τη φαντασία.

Επιτρέψτε μου ακόμα μία κινηματογραφική αναφορά, υπόσχομαι ότι θα είναι η τελευταία. Το σκηνικό στα «…Χαμόγελα» είναι λίγο σαν το «Dogville», το αριστούργημα του Λαρς φον Τρίερ. Ο,τι δεν είναι απαραίτητο για την ιστορία είναι ζωγραφισμένο με κιμωλία. Είναι ένα σχέδιο και αν εσύ γουστάρεις μπορείς να χτίσεις πάνω του. Να βάλεις τα δικά σου τούβλα, τον δικό σου στόκο, τα δικά σου χρώματα.

Γι’ αυτό και θεωρώ ότι, παρότι το βιβλίο είναι μικρό, δεν πρέπει να διαβαστεί μονορούφι. Είναι χτισμένο έτσι ώστε να παίρνεις τον χρόνο σου, να το πίνεις γουλιά γουλιά, να προβληματίζεσαι και να αναλύεις κάθε του διήγημα μετά την ανάγνωσή του.

Γιατί είναι ένα βιβλίο βαθιά εσωτερικό. Δεν είναι τυχαίο αυτό που είπα, ότι οι λεπτομέρειες που μένουν απέξω είναι οι περιττές. Γιατί αυτές που δεν μένουν απέξω είναι τα συναισθήματα. Δεν έχεις περιγραφή εικόνων, αλλά συναισθημάτων. Και όλα τα υπόλοιπα μένουν στο φόντο τόσο όσο χρειάζεται, ώστε να μην καβαλήσουν τον πραγματικό πρωταγωνιστή. Είπαμε, τις χαραμάδες τις γεμίζει ο αναγνώστης –να κάνει κι αυτός καμιά δουλειά.

Είναι ένα μικρό βιβλίο. Δεν πληροί καν τις προϋποθέσεις που θέτει ένας άλλος συγγραφέας του «Σκίουρου», ο Νίκος Παπαδόπουλος, στο «Κάτι το Τραγικόν» του. Ενα βιβλίο πρέπει να είναι τουλάχιστον 120 σελίδες, λέει, πριν βάλει τελεία στις 114. Ε, η Μαριάνθη τον κατατρόπωσε με 106 και μπράβο της.

Και θα επιστρέψω σε αυτό που έλεγα νωρίτερα. Εχει λόγο ύπαρξης ένα βιβλίο όπως τα «…Χαμόγελα»; Εχει να προσδώσει στην καλλιτεχνική και λαογραφική βιβλιοθήκη; Περιγράφει μια εποχή. Τα γηρατειά, τον πόθο (την κάβλα θα έλεγε και θα μας μάλωνε για σεμνοτυφία ο Χριστιανόπουλος), τη μοναξιά, την προσφυγιά. Δεν ξέρω αν είναι έτσι τα χαμόγελα, αλλά έτσι είναι η Ελλάδα του 2024.

*Δημοσιογράφος – συγγραφέας

Τη σελίδα αυτή δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]