Μία από τις αγαπημένες συνήθειες του γράφοντος από τότε που, όντας εργαζόμενος σε Μέσα της Θεσσαλονίκης, είχα πάρει το πρώτο μου αυτοκίνητο, ήταν να κάνω καθημερινά διαφορετική διαδρομή στην επιστροφή για το σπίτι, μόνο και μόνο για να μάθω την πόλη. Με τις τιμές των καυσίμων να έχουν πάει στον Θεό και με πολλές οικογενειακές υποχρεώσεις, τα δρομολόγια πλέον κάπως περιορίστηκαν, αλλά το… χούι δεν κόβεται.
Στο… σαλονικιώτικο τουρ, λοιπόν, έχω την τάση να παρατηρώ τις επιχειρήσεις που ανοίγουν και, χωρίς να έχω κάνει κάποια εμπεριστατωμένη δημοσιογραφική έρευνα, έχω την αίσθηση ότι ζούμε τη μόδα των σύγχρονων ψιλικατζίδικων/μίνι μάρκετ όπου μπορείς να βρεις τα πάντα και έχουν σαρώσει και τα περίπτερα. Μάλιστα, επειδή ακριβώς μου έχει κινήσει την περιέργεια η όλη κατάσταση, προσπαθώ, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, να αντλώ πληροφορίες για το αν αυτή η μόδα είναι και προσοδοφόρα για όσους την ακολουθούν. Από όσα έχω καταφέρει να μάθω ώς τώρα, προφανώς υπάρχουν κάποια καταστήματα που, έχοντας στηθεί σε πολύ καλά σημεία και με τη δυνατότητα του βραχυχρόνιου παρκαρίσματος για τον πελάτη, κάνουν πολύ καλούς τζίρους.
Η πλειονότητα, όμως, το παλεύει για ένα αξιοπρεπές μηνιάτικο που, όμως, δεν ξέρω πόσο ο επιθετικός προσδιορισμός ταιριάζει, γιατί αυτή η δουλειά θέλει πολύ κυνήγι και ο ανταγωνισμός είναι στο κόκκινο. Προφανώς, το να μπορείς να αγοράζεις τον καφέ σου με 1,4 ευρώ ή με 1,90 και νερό μαζί, προσελκύει πολύ κόσμο που πλέον δεν βγάζει εύκολα 4 ευρώ για να καθίσει σε μια καφετέρια, δεν ξέρω, όμως, εν τέλει αν μπορούμε να μιλάμε για οικονομική άνθηση. Και ο προβληματισμός μου γίνεται πιο έντονος όταν βλέπω έναν στενό φίλο μου, ανακουφισμένο που κατάφερε να πάρει πίσω τα 20 από τα 30 χιλιάρικα που είχε επενδύσει σε ένα καφέ, να έχει βρει την ηρεμία του ως υπάλληλος σεκιούριτι.
