ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εν αρχή ην η αφηγηματικότητα. Η γλώσσα, καίρια, υπέροχη, ιδιωματική όποτε χρειαζόταν, σε κεφάλαια-θεματοφύλακες, ειδικά της πελοποννησιακής ιδιολέκτου. Ο χώρος, ο χρόνος, καθοριστικός στο έργο του, πάντα «λίγο πριν», «λίγο μετά», πέριξ του Εμφυλίου πάντως. Οι ήρωες, λαϊκοί άνθρωποι, «γνωστοί μας», με συγγένεια. Ο ρυθμός, εξ αρχής ασθματικός, κινηματογραφικός σαν «προϊόν» μοντάζ, «προέβλεπε» -λες- την εμπλοκή του στο σενάριο εμβληματικών ταινιών του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Επίσης η οικονομία, η λιτότητα, η αυστηρότητα. Η ατμόσφαιρα, το κλίμα, πάντοτε κάπως απειλητικό, ζοφερό. Προφητικό για τον μετέπειτα (σύγχρονο) ελληνικό βίο, δεδομένου ότι εκείνος έγραφε με δημιουργική εμμονή του την περίοδο του Εμφυλίου και δη στην Πελοπόννησο; Ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις.

Πάντως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θανάσης Βαλτινός, που πέθανε χθες στα 92 του χρόνια, έχοντας διαγάγει έναν βίο πλήρη εμπειριών, ανατροπών, αναθεωρήσεων, βραβεύσεων, τοποθετήσεων σε υψηλές θέσεις αναγνώρισης από την πολιτεία, υπήρξε ένας πολύ μεγάλος λογοτέχνης. Τεράστιος. Και για να αποφανθούν υπέρ αυτής της διαπίστωσης, άλλοι θα επικαλούνταν το «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» και την «Κάθοδο των Εννιά» και άλλοι την «Ορθοκωστά» – για το ακόμα υπό διάλογο και αμφιλεγόμενης αποστολής στρατόπεδο συγκέντρωσης του ΕΛΑΣ στο μοναστήρι της Αρκαδίας.

Ταλέντο

Κι αυτό είναι ίσως το πρόβλημα. Οτι ουδείς αμφισβήτησε το πεζογραφικό του ταλέντο και την αφηγηματική δεινότητα, αλλά ότι από την «Ορθοκωστά» (Αγρα, 1994) και μετά ο Βαλτινός θεωρήθηκε από αρκετούς φορέας του λογοτεχνικού άλλοθι του ιστορικού αναθεωρητισμού. Ο ίδιος βέβαια απαντούσε («Νέα»): «Σε όλο μου το έργο τήρησα πάντα υπεύθυνη στάση. Αν υπάρχει μία συνειδητή επιλογή (στο ποσοστό που υπάρχει συνειδητή επιλογή στην τέχνη) είναι να μη μασκαρέψω, να μην αποκρύψω, να μην ωραιοποιήσω τίποτα. (…) Την “Ορθοκωστά” κάποιοι την τοποθετούν ως εναρκτήριο σημάδι της αναθεώρησης της ιστορίας του Εμφυλίου. Αλλά ο τρόπος που τη διαβάζουν είναι συζητήσιμος. Με προκατάληψη και προαποφασισμένες θέσεις».

Ενδεχομένως να είχε δίκιο, ή όχι. Πάντως επισημάνσεις σαν κι αυτή δεν τον διέσωσαν ούτε από τον δημόσιο «καβγά» μεγατόνων που ξέσπασε μέσα της δεκαετίας του ΄90 στις βιβλιοφιλικές σελίδες των εφημερίδων όπου προσωπικότητες από τον Λάκη Παπαστάθη έως βέβαια τον Κώστα Βούλγαρη (που ως ακαριαία απάντηση για τα γεγονότα του Εμφυλίου στην Αρκαδία έγραψε την «Παρτίδα») καταχώρισαν την «Ορθοκωστά» ως σημείο εκκίνησης των αναθεωρητικών ιστορικών (π.χ. ο Στάθης Καλύβας και ο Νίκος Μαραντζίδης που ως νέοι ιστορικοί είχαν πει ότι «η “Ορθοκωστά» ήταν για αυτούς η αρχή», όπως παρατηρούσε ο ίδιος ο Βαλτινός σε συνέντευξή του στη Β. Γεωργακοπούλου για το Protagon) και ως λογοτεχνικό σταθμό της «αποϊεροποίησης της Αριστεράς». «Ο Θανάσης Βαλτινός είχε την τόλμη να προσεγγίσει, όπως στην Κάθοδο των Εννιά, την Ορθοκωστά και τον Τελευταίο Βαρλάμη, τραγικές περιόδους της νεότερης ιστορίας μας, πλήρως αποδεσμευμένος από στερεότυπα, ακόμη και ταμπού», επισήμανε πάντως χθες η υπουργός Πολιτισμού Λ. Μενδωνη στο συλλυπητήριο μήνυμά της.

Σε ακόμα μία ιστορική πλέον διαφωνία συμπρωταγωνίστησε ο Βαλτινός με τον εξίσου «θηριώδη» δημιουργό Θόδωρο Αγγελόπουλο. Είναι γνωστό βέβαια ότι ο πρώτος είχε τιμηθεί για το «Ταξίδι στα Κύθηρα» με το Βραβείο Σεναρίου, το 1984, στις Κάνες. Ηταν επίσης γνωστό ότι ο εξίσου δημιουργικά εμμονικός Θόδωρος Αγγελόπουλος «δούλευε κατά καιρούς με τον Στρατή Καρρά, τον Θανάση Βαλτινό, τον Τονίνο Γκουέρα και τον Πέτρο Μάρκαρη. Του έφερναν ιδέες και ερεθίσματα, έγραφαν διαλόγους, σχολίαζαν αυτά που σκεφτόταν ο ίδιος ο σκηνοθέτης; Φαντάζομαι πως οι απόψεις και οι προτάσεις τους δεν ήταν δεσμευτικές για τον πραγματικό σεναριογράφο που ήταν ο ίδιος ο σκηνοθέτης (…) Το Βλέμμα του Οδυσσέα που επί πολλούς μήνες έγραψε μόνος του ο Βαλτινός έγινε η αιτία σφοδρής αντιπαράθεσης και δικαστικής διαμάχης. Ανεξαρτήτως όμως του τι πραγματικά συνέβη με το σενάριο αυτής της ταινίας – το δικαστήριο επιδίκασε σημαντική αποζημίωση υπέρ του συγγραφέα (…)», επισήμαινε ο Παπαστάθης, σχολιάζοντας τη μεγάλη συνέντευξη του Βαλτινού στους Κ. Σχινά και Η. Κανέλλη για το The book’s journal. Είναι κρίμα πάντως γιατί δεν ξαναμίλησαν έκτοτε, ενώ η σχέση τους είχε ξεκινήσει από τις «Μέρες του ΄36» … Κατά τ’ άλλα…

Ο Θανάσης Βαλτινός είχε γεννηθεί στο Καστρί Κυνουρίας το 1931. «Φύγαμε από εκεί την Κατοχή γιατί υπήρχε μεγάλη πείνα. O πατέρας μου ήταν εργολάβος και του τα πήρανε όλα όταν έγινε ο πόλεμος. Κατεβήκαμε στη Σπάρτη και μετά πήγαμε στο Γύθειο. Αλλη Ελλάδα τότε», έλεγε ο ίδιος στον Στ. Διοσκουρίδη (Lifo). Γι’ αυτό αναγκάστηκε να αλλάξει σχολεία, περνώντας από τα Γυμνάσια Σπάρτης, Γυθείου και Τρίπολης. Το 1950 ήρθε στην Αθήνα κι αργότερα παρακολούθησε μαθήματα στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών της Παντείου και σε σχολή κινηματογράφου.

Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1958 με τη βράβευση του διηγήματός του «Κατακαλόκαιρο» σε διαγωνισμό του «Ταχυδρόμου.» Ετσι τον επισημαίνει ο Γ. Σαββίδης που φροντίζει μία από τις επόμενες νουβέλες του, η περίφημη, γραμμένη το 1959, «Κάθοδος των Εννιά», να δημοσιευτεί στο περιοδικό «Εποχές». Είναι η ουσιαστική σύσταση του Βαλτινού με μία νουβέλα-σημείο αναφοράς για τη γενιά του – και όχι μόνον. Η αρχετυπική ιστορία των εννιά ανταρτών του ΕΛΑΣ που βρίσκονται αποκλεισμένοι στα δάση της Πελοποννήσου το καλοκαίρι του 1949 και προσπαθούν μάταια να βρουν διέξοδο φυγής, ενώ τους καταδιώκουν στρατός και χωρικοί, υιοθετήθηκε από την Αριστερά και γυρίστηκε σε ταινία το 1984 από τον Χ. Σιοπαχά. Ο Βαλτινός ασχολήθηκε επίσης και με το θέατρο κυρίως ως συνεργάτης του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν σε μεταφράσεις των «Τρωάδων», της «Ορέστειας» κ.ά.

Από το 1974 ώς το 1975 έζησε στο Δυτικό Βερολίνο και το 1976 στις ΗΠΑ, στο πλαίσιο προγραμμάτων ακαδημαϊκών ανταλλαγών ή συγγραφής. Είχε προηγηθεί το ΄72 η έκδοση της άλλης του εμβληματικής νουβέλας «Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» με ήρωα έναν απλοϊκό χωρικό από την Πελοπόννησο που φεύγει ως λαθρομετανάστης στην Αμερική των αρχών του 20ού αιώνα (επανήλθε το 2000 με το «Βιβλίο δεύτερο του Κορδοπάτη: Βαλκανικοί – ‘22», που θεωρήθηκε προφητικό της σύγχρονης Ελλάδας).

Διετέλεσε γενικός διευθυντής της ΕΡΤ (1989-1990) και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (2005-2006). Κυρίως διετέλεσε πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας υπήρξε άλλωστε τακτικό μέλος.

Μεταφράσεις

Πολυμεταφρασμένος (σε αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά κ.ά.) μεταξύ άλλων τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το βιβλίο του «Στοιχεία για τη δεκαετία του ΄60» (1990), ενώ το 2002 τού απονεμήθηκε ο χρυσός σταυρός του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας και το 2012 το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων και της Λογοτεχνίας.

«Η ζωή είναι αφ’ εαυτής μια αφήγηση. Η ιστορία είναι η δευτερογενής αφήγηση της πρώτης. Οταν τα γεγονότα χάσουν τον χαρακτήρα τους με τον χρόνο και ωχριάσουν οριστικά, αναγκαστικά θα εμπιστευτούμε τη λογοτεχνία…», έλεγε το 2015 στο πλαίσιο συνεδρίου με θέμα «Θεσσαλονίκη – Ξαναβρίσκοντας την πολυπολιτισμικότητα – Μεσόγειος, σύνορο και γέφυρα σε εποχή κρίσης». Κρίμα που σ’ εκείνη τη διοργάνωση οι ουσιώδεις διαπιστώσεις του είχαν επισκιαστεί από την άλλη φράση του: «Σε πόσα χρόνια θα γίνει η ώσμωση (μεταξύ των μεταναστών και του ελληνικού λαού); Αναρωτιέμαι (…) Σωστά, όλα αυτά, τα θεωρητικά… Δεν θα συμφωνήσω, όμως, όσο κι αν θέλουμε να φαινόμαστε φιλάνθρωποι… Δεν έχω λύση να προτείνω… Δεν ξέρω αν μπορώ να συνυπάρξω με τις Αφρικανές πόρνες και τους διακινητές ναρκωτικών… Οχι, δεν θα ‘θελα να τους έχω στη γειτονιά μου. Δεν είναι που πλήττουν την αισθητική μου αντίληψη, την καθημερινότητά μου πλήττουν…».

Η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί το ερχόμενο Σάββατο στις 11 π.μ. στο Α’ Νεκροταφείο.