ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο έργο του «Νάχτλαντ», μια λέξη δικής του επινόησης που μπορεί να αποδοθεί ως «τόπος του σκότους», ο 52χρονος φοβερός θεατρικός συγγραφέας, δραματουργός, σκηνοθέτης και μεταφραστής, μόνιμος συνεργάτης του ριζοσπαστικού βερολινέζικου θεάτρου Σαουμπίνε, Μάριους φον Μάγενμπουργκ, καταφέρνει να υπονομεύσει τα πάντα: σχέσεις, αξίες, το αξιοσέβαστο καλλιτεχνικό κατεστημένο με τα ιστορικά του πρόσωπα που έχουν διαπρέψει στον αντισημιτισμό, τον δυτικό πολιτισμό, τη διαμάχη του Ισραήλ με την Παλαιστίνη -κι ας γράφτηκε πριν από την αποτρόπαια δολοφονική επίθεση στις 7/10/23 που άνοιξε τον δρόμο για την κορύφωση της αποτρόπαιης γενοκτονίας που συντελείται στον τόπο του μαρτυρίου.

Αναποδογυρίζει βεβαιότητες, θέτει σοβαρά ερωτήματα, εκθέτει τις αντικρουόμενες απόψεις και αποφεύγει να δώσει απαντήσεις. Μέσα από αναπάντεχες και συνεχείς ανατροπές, διαβρώνει με την αιχμηρή του σάτιρα κάθε δεδομένο: σα να κρατά ένα μαχαίρι που κόβει εξίσου και από τις δύο πλευρές, με έναν αριστοτεχνικό αντικαθωσπρεπισμό και μια ευφυΐα που σίγουρα δεν τον κατατάσσει στη σύμβαση ενός πνεύματος ίσων αποστάσεων.

Ο καμβάς πάνω στον οποίο υφαίνει τη σάτιρά του, πρωτότυπος: δύο αδέρφια, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, καθαρίζουν κι αδειάζουν το σπίτι του, μέχρι που βρίσκουν στη σοφίτα έναν πίνακα με τη δυσδιάκριτη υπογραφή A. Hitler. Δελεαστικό; Μέχρι πού μπορεί να φτάσουν για να επωφεληθούν από την… απροσδόκητη κληρονομιά τους; Υπάρχει ντροπή μπροστά σ’ ένα εξαψήφιο αντίτιμο; Βαραίνει ο αντίκτυπος απέναντι στους συντρόφους τους, ειδικά όταν ο αδερφός είναι παντρεμένος με μία Εβραία;

Αντιφάσεις και εκφράσεις που μπορεί να έχεις ακούσει αυτούσιες σε συζητήσεις απογυμνώνουν έξυπνα τους σύγχρονους ανθρώπους που πιστεύουν ότι βρίσκονται πάντα στη σωστή πλευρά σε ζητήματα ιστορίας και τέχνης -όπως η πλειοψηφία των σύγχρονων Γερμανών που δεν θέλουν να είχαν Ναζί στην οικογένειά τους.

Καθώς οι βεβαιότητες θολώνουν και το χθεσινό αδιανόητο επανέρχεται, όπως η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, όλα ρέπουν στην… επισφάλεια. Το έργο που ανέβηκε πριν από δύο χρόνια στο Βερολίνο, παίρνει πνοή στο θέατρο Αποθήκη από ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών, που με δεινότητα μετατρέπουν σχεδόν κάθε συζήτηση σε πολεμική αντιπαράθεση κλισέ, αφήνοντας τον θεατή να αναρωτιέται αν επιτρέπεται να γελάσει.

Για όλα αυτά μιλήσαμε με τον Νικορέστη Χανιωτάκη, που υπογράφει και τη σκηνοθεσία και τη μετάφραση.

● Ποιος τολμά να αστειευτεί με τον Χίτλερ;

Δεν είναι το θέμα αν αστειεύεται κάποιος με τον Χίτλερ. Το θέατρο αντλεί τη θεματολογία του από την επικαιρότητα και από στιγμές του παρελθόντος. Και ο Χίτλερ είναι μια προσωπικότητα που έχει αφήσει τη σφραγίδα του στον 20ό αιώνα. Οι θηριωδίες του έχουν αντίκτυπο μέχρι και στις μέρες μας, φτάνουν τον 21ο αιώνα: το βλέπουμε τόσο στη χώρα μας όσο και στον παγκόσμιο χάρτη, μέσω του ναζιστικού κινήματος που σαρώνει στην Ευρώπη και στον κόσμο από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο Μάγενμπουργκ, ένας πνευματικός άνθρωπος, ευφάνταστος με μια κοφτερή γλώσσα και αρκετά αυτοσαρκαστικός, παίρνει θέση εναντίον των Γερμανών και αυτό είναι αρκετά τολμηρό.

● Εσείς για ποιους λόγους επιλέξατε το έργο;

Για την τολμηρή γραφή του. Ασχολείται με ένα θέμα το οποίο είναι πολιτικό, σημαντικό για όλη την ανθρωπότητα και δεν είναι μονοδιάστατο: έχει να κάνει με τις ανθρώπινες σχέσεις, τις ερωτικές και τις αδελφικές. Και, εντελώς τυχαία, ενώ γράφτηκε πριν από τρία χρόνια, είναι πιο επίκαιρο τώρα στον σχολιασμό του για την Παλαιστίνη και το Ισραήλ, καθώς υπάρχει μια ηρωίδα που είναι Εβραία. Εχει μεγάλο ενδιαφέρον, επίσης, το σχόλιό του για την τέχνη, κατά πόσο μπορούμε να διαχωρίσουμε το έργο από τον δημιουργό και τη ζωή του, πώς μπορούμε να αξιολογήσουμε αν κάτι είναι όμορφο, ενώ αυτός που το δημιούργησε μπορεί να έχει έναν αρνητικό αντίκτυπο στη ζωή μας με τις πράξεις του, ως κοινωνικό ον και όχι ως μονάδα στην προσωπική του ζωή. Είναι από τα θέματα που απασχολούν το «Νάχτλαντ». «Νάχτλαντ» είναι επίσης μια λέξη που την έχει πλάσει ο συγγραφέας και σημαίνει «ο τόπος του αιώνιου σκότους», είναι κι αυτή ένα σχόλιο για τον θάνατο του δυτικού πολιτισμού -πράγμα που ακούγεται στο έργο, με ό,τι σημαίνει αυτό για μας στις μέρες μας.

● Πεθαίνει ο δυτικός πολιτισμός;

Είναι μια τολμηρή φράση, που μας ταρακουνάει κι έχει να κάνει με το τι σημαίνει αυτό για τον καθέναν. Εγώ το εντοπίζω στο θέμα των αξιών. Πολλές αξίες που θεωρούμε «πολιτισμό» πεθαίνουν, αλλά γεννιούνται καινούργιες, όπως μέσα από το σκοτάδι γεννιέται το φως. Δεν είμαι μηδενιστής ως καλλιτέχνης. Αλλα γεννιούνται, άλλα μεταμορφώνονται και αλλάζουν. Ζούμε σε μια εποχή ραγδαίων εξελίξεων. Ολα τα πράγματα είναι ευμετάβλητα.

● Και ο Μάγενμπουργκ τα θίγει με έναν διαβρωτικό, σκοτεινό τρόπο και πολύ μαύρο χιούμορ.

Αφού ο θεατής δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει! Σκέφτεται «μήπως δεν πρέπει να γελάσω εδώ, μήπως δεν κάνει;». Κι αυτό το συναντάμε συχνά. Εχει πολύ χιούμορ το έργο και ο Μάγενμπουργκ. Μ’ ένα έργο ακραίο, που πραγματεύεται ακραία πράγματα και καταστάσεις, νομίζω ότι μπορείς να βγάλεις, μέσω των αντιθέσεων, πιο εύκολα το χιούμορ.

Αλλά και οι αλήθειες είναι πιο εύκολο να γίνουν αποδεκτές μέσω του χιούμορ, που είναι πάντα αποκαλυπτικό.

● Είναι τολμηρά υπονομευτικός αυτός ο φοβερός, σύγχρονος δραματουργός;

Θίγει θέματα που θα χαρακτηρίζαμε «καυτή πατάτα» και κρατάει ισορροπίες χωρίς να παίρνει θέση, αφήνοντας το κοινό να αποφασίσει. Ο Μάγενμπουργκ σού δίνει και τις δύο όψεις: Παλαιστίνη – Ισραήλ. Τοποθετεί σε ένα σημείο και τις δύο πλευρές σε ίση κατάσταση. Κι επειδή η ιστορία κάνει κύκλους, διατηρώ κι εγώ σκηνοθετικά μια κυκλική πορεία: το έργο, όπως αρχίζει, έτσι και τελειώνει. Περιγράφει μια αέναη κατάσταση, όπως είναι και η ιστορία. Και καθώς όταν το έγραψε δεν επικρατούσε αυτή η κατάσταση στο Μεσανατολικό, το έργο τείνει να είναι και προφητικό. Εμείς, βέβαια, πάντα αναζητούμε το ποιος φταίει, πηγαίνοντας, όμως, προς τα πίσω, όλοι έχουν δίκιο κι όλοι έχουν άδικο, αλλά στο τέλος ποιοι την πληρώνουν; Οι αθώοι και αυτοί που δεν φταίνε, τα παιδιά και οι άμαχοι που δεν ξέρουν αν θα ζουν το επόμενο δευτερόλεπτο. Σε κάθε χώρα, σε κάθε εποχή, τσακώνονται οι απλοί άνθρωποι. Στο «Νάχτλαντ» είναι αυτοί που συναντιούνται σε ένα σπίτι για να θρηνήσουν τον πατέρα τους και πλακώνονται για τα πολιτικά, ενώ στο τέλος της ημέρας θα αποφασίσουν άλλοι για εκείνους και αυτό είναι το θλιβερό.

● Το «Νάχτλαντ» θίγει ακόμη και την απληστία μας, τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για τα χρήματα!

Δυστυχώς, είμαστε σε μια καπιταλιστική κοινωνία και βλέπουμε ότι στον βωμό του χρήματος διαλύουμε τα πάντα. Κι εκεί είναι το θέμα των αξιών. Οι αξίες μας επιβεβαιώνονται ή ακυρώνονται μπροστά στο μεγάλο δίλημμα ή τη μεγάλη πρόκληση: η αξία σου, αν είναι αληθινή, αποδεικνύεται όταν έχεις να πάρεις ένα μεγάλο οικονομικό ποσό. Το βλέπουμε και στο έργο, πώς διακυβεύονται οι οικογενειακές και κοινωνικές αξίες απέναντι στο χρήμα, πόσο πιστεύουμε ότι εμείς είμαστε οι ηθικοί απέναντι στους άλλους και κατά πόσον το χρήμα είναι ένα «μήλον της Εριδος», όταν ξαφνικά όλοι μπορούμε να γίνουμε κτήνη για να το αποκτήσουμε. Ακόμη και ο Χίτλερ γίνεται εμπορεύσιμος. Και αυτή είναι η πραγματικότητα που βλέπουμε: ακριβώς μετά από μια θηριωδία, μια καταστροφή γίνεται αμέσως κάτι εμπορεύσιμο (π.χ. μπλουζάκι ή ταινία). Η μισή θεματολογία στην καλλιτεχνική δημιουργία αντλεί από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Χίτλερ και τον ναζισμό. Οπως οι καλλιτέχνες εμπνέονται και από το σκοτάδι και από τις δύσκολες καταστάσεις, το ίδιο κάνει και ο καπιταλισμός. Αλλά ενώ οι καλλιτέχνες έχουν κάτι να δείξουν χωρίς να κερδίζουν, ο καπιταλισμός έχει κάτι να κερδίσει από τις χαμένες ζωές. Πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο. Τα σπουδαία έργα τα φαντάζομαι να παίζονται ακόμα και σε 100 χρόνια από τώρα.

♦ «Νάχτλαντ» του Μάριους φον Μάγενμπουργκ.
Θέατρο Αποθήκη (Σαρρή 40, Αθήνα, 210 325 3153)
Μετάφραση-Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης
Σκηνικά-Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Πρωτότυπη Μουσική: Ανδρέας Κατσιγιάννης
Φωτογραφίες παράστασης – Trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας
Πρωταγωνιστούν: Πέγκυ Τρικαλιώτη, Κάτια Γκουλιώνη, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Γιάννης Στεφόπουλος, Σπύρος Σταμούλης
Πέμπτη, Παρασκευή (21.00), Σάββατο (18.00, 21.00), Κυριακή (19.00). Εισιτήρια 16-20€. Ομαδικές κρατήσεις: 211- 1026277 & 210-2117240 (εσωτ.: 305)