Υπό σκιάν
Το «Ανοιχτό Βιβλίο», από συστάσεώς του, φιλοξενεί πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δέκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού προσανατολισμού και αφηγηματικής παλέτας, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες, ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες επιμένουν τόσο στην κριτική πυξίδα όσο και στη λογοτεχνική απόλαυση). Μ’ άλλα λόγια, μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι (και όχι μόνο) έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους μια θερινή εμπειρία τους και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά ή ανατρεπτικά – διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν ώς τις αρχές Σεπτεμβρίου.
Μετά τον Ακη Παπαντώνη, τη Σοφία Νικολαΐδου, την Ισμήνη Καρυωτάκη, τον Παναγή Παναγιωτόπουλο, τη Λίζυ Τσιριμώκου, τη Χρύσα Φάντη, τον Αλέξη Σταμάτη και τον Νίκο Καραπιδάκη, συνεχίζει η Ιωάννα Ντούμπρου.
—
Ηταν αρχές Αυγούστου αλλά το καλοκαίρι δεν είχε έρθει ακόμα. Κάθε μέρα έβρεχε, φυσούσε και έκανε ψύχρα. Ο ήλιος ξεμύτιζε για λίγο κι έπειτα εξαφανιζόταν. Οι τουρίστες κατέβαιναν από το τρένο και συνωστίζονταν κάτω από το υπόστεγο για να μη βραχούν. Οι προνοητικοί άνοιγαν τις ομπρέλες τους και περπατούσαν προς το χωριό – οι υπόλοιποι κοίταζαν τον ουρανό και περίμεναν. Η ιδέα να δουλέψω στην Ιταλία προέκυψε ξαφνικά. Ηθελα να ζήσω έντονα, να εξασκήσω τη γλώσσα και να βγάλω λεφτά. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμενα. Εμενα σ’ ένα μικρό δωμάτιο δίπλα σε τρία παιδιά από το Μπανγκλαντές που δούλευαν κουζίνα σε εστιατόρια στο λιμάνι. Οταν επέστρεφαν από τη δουλειά, έβαζαν μπουγάδα, μιλούσαν δυνατά και δεν με άφηναν να κοιμηθώ. Μοιραζόμασταν τις μέρες χωρίς ρεπό και τον κάδο με τη σφουγγαρίστρα. Δούλευα σ’ ένα από τα καταστήματα της Λάουρας, μιας όμορφης γυναίκας που ήταν πάντα ντυμένη στα λευκά. Το χιτ της σεζόν ήταν ένα βαμβακερό πουκάμισο με φοίνικες. Στο μαγαζί μπαινόβγαιναν άνθρωποι από όλο τον κόσμο. Τον πρώτο καιρό προσπαθούσα να συγκρατήσω τα πρόσωπά τους – γρήγορα όμως τα παράτησα. Κάθε μέρα κατέβαινα χιλιάδες σκαλιά για να φτάσω στη δουλειά.
Ετσι περνούσε ο καιρός, ώσπου μια μέρα με ξύπνησε το εκτυφλωτικό φως που έμπαινε από το παράθυρο. Ο ήλιος! Κατέβηκα με κέφι τα χιλιάδες σκαλιά. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ενθουσιώδεις τουρίστες που φωτογράφιζαν τα πολύχρωμα σπιτάκια. Εφτασα στο μαγαζί. Ηταν κλειστό. Τηλεφώνησα στη Λάουρα. «Δεν θα ανοίξουμε», είπε, «το καλοκαίρι θα κρατήσει μια μέρα. Πάρε ρεπό». Σκέφτηκα ότι οι τουρίστες δεν θα έβλεπαν ποτέ το πουκάμισο με τους φοίνικες. Γύρισα σπίτι και φόρεσα μαγιό. Οι βάρκες ήταν ακόμα αραγμένες στα βίκολι, τα δρομάκια που οδηγούν στη θάλασσα. Εψαξα για παρέα, αλλά οι νέοι μου φίλοι δεν είχαν καταφέρει να πάρουν ρεπό. Μακάρισα την τύχη μου. Δεν έπρεπε ν’ αφήσω το καλοκαίρι να μου γλιστρήσει από τα χέρια. Αποφάσισα να επισκεφτώ τα υπόλοιπα χωριά του Τσίνκουε Τέρε. Εβγαλα το ημερήσιο εισιτήριο. Το τρένο ήταν γεμάτο κόσμο.
Το Μοντερόσο είχε μια μακρόστενη παραλία, ιδανική για περαντζάδα. Εκανα βόλτες, ήπια έναν μαροκινό καφέ γιατί μου άρεσε το όνομά του και ξάπλωσα στην αμμουδιά για να απολαύσω τον ήλιο. Στη Βερνάτσα άκουσα ένα γκρουπ από τουρίστες να ψέλνει μέσα σε εκκλησία μελωδία ουράνια και φωτογράφισα τα πολύχρωμα σπιτάκια που έμοιαζαν με εκείνα του δικού μου χωριού. Στην Κορνίλια χρειάστηκε ν’ ανέβω μια τεράστια φιδωτή σκάλα, γιατί το χωριό βρισκόταν στην κορυφή ενός απόκρημνου βράχου. Εγινα μούσκεμα από τη ζέστη, αλλά η θέα από ψηλά με αποζημίωσε. Μπήκα στην κεντρική εκκλησία που είχε δύο αγίους ζωγραφισμένους σε γαλάζια βιτρό. Στο δεξί κλίτος υπήρχε ένα ψεύτικο δέντρο όπου οι τουρίστες είχαν γράψει τις ευχές τους σε πολύχρωμα χαρτάκια και τις είχαν καρφιτσώσει στα κλαδιά του. Να γίνεις καλά αγαπημένε μου, έγραφε μία, ειρήνη στον κόσμο, έγραφε άλλη. Η δική μου ευχή ήταν μονολεκτική. Κάθισα σε μια κρεμαστή αυλή για να πιω μια παγωμένη μπίρα και να φάω μπρουσκέτες με αντζούγιες. Φτάνοντας στο Ριοματζόρε είχα πια κουραστεί. Οι τοίχοι μού φαίνονταν ξεφτισμένοι, τα σοκάκια δεν μου άρεσαν, ζεσταινόμουν υπερβολικά. Ηθελα να επιστρέψω στο δικό μου χωριό, τη Μαναρόλα. Καθώς περίμενα στον σταθμό, έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να αφουγκραστώ το τρένο που έρχεται σε μια άπελπι προσπάθεια να σταματήσω τον χρόνο.
Το λιμάνι της Μαναρόλα είχε μια εξέδρα που ήταν τώρα γεμάτη κόσμο. Τα νερά ήταν γαλαζοπράσινα. Τα παιδιά έβγαζαν κραυγές και έπεφταν με δύναμη στο νερό. Η μεγάλη ατραξιόν ήταν ένας ψηλός βράχος όπου ανέβαιναν οι πιο θαρραλέοι για να κάνουν βουτιές. Οταν ο κόσμος έβλεπε κάποιον να πλησιάζει στην άκρη, τον επευφημούσε. Θυμήθηκα το ξενοδοχείο στην Πελοπόννησο που πήγαινα κάποτε με τους γονείς μου. Είχε μια πεντάμετρη πλατφόρμα καταδύσεων. Κάθε μέρα ανέβαινα στην κορυφή της και στεκόμουν με τα χέρια προτεταμένα κοιτάζοντας το νερό της πισίνας να στραφταλίζει – δεν βρήκα όμως ποτέ το θάρρος να πέσω.
Κατέβηκα τα σκαλιά, άφησα το σακίδιό μου σε μια οικογένεια και βούτηξα στο δροσερό νερό. Σκαρφάλωσα στον βράχο από την πίσω πλευρά. Είχε συνωστισμό όπως το Εβερεστ. Διάλεξα από ποιο σημείο θα έπεφτα – αν έπεφτα. Μια κοπέλα προπορευόταν. Κοντοστάθηκε. «Εσύ ή εγώ», με ρώτησε στα ιταλικά κι εγώ ανασήκωσα τους ώμους. «Εσύ» είπε. «Οχι, εσύ» αντέτεινα. Μου χαμογέλασε μ’ ένα χαμόγελο-καλοκαίρι. Υστερα γύρισε από την άλλη, κοίταξε για λίγο το κενό, πήρε φόρα και πήδηξε. «Brava!» φώναξε ο κόσμος. Την είδα να αναδύεται στην επιφάνεια. Γύρισε και με κοίταξε κι έπειτα άρχισε να κολυμπάει με μεγάλες απλωτές προς την εξέδρα. Ισως είναι από άλλο χωριό, σκέφτηκα. Ο κόσμος με εμψύχωνε. Πέρασε ο Ιούνιος. Το νερό στραφτάλιζε. Πέρασε ο Ιούλιος. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Μα πόση ώρα στεκόμουν πάνω στον βράχο; Το καλοκαίρι τέλειωνε. Την είδα να μαζεύει τα πράγματά της. «Περίμενέ με» φώναξα. Την ώρα που έπεφτα στο νερό, άκουσα τον κόσμο να ξεσπά σε χειροκροτήματα.
*Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημα της Ι. Ντούμπρου «Αρκτικός» (Πατάκης, 2024).
