Σε λίγες ημέρες θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Επέκεινα το βιβλίο του Μάσιμο Φιλίπι «Ζητήματα είδους» (μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας), με πρόλογο ειδικά γραμμένο για την ελληνική έκδοση. Το βιβλίο, απαντώντας στη ζωοφιλία του σαλονιού και των τοκ σόου, υποστηρίζει πως η εκμετάλλευση και η θανάτωση των ζωικών σωμάτων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιδεολογίας και των πρακτικών της εξουσίας και σήμερα το αντιειδιστικό κίνημα δεν καλείται να αποδείξει τον αδιάψευστο πόνο των ζώων, αλλά να κινηθεί προς την απελευθέρωση των αισθαντικών σωμάτων, διαμορφώνοντας ένα πολιτικό κίνημα που δεν θα απορροφηθεί στην κοιλιά του συστήματος. Η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει ένα απόσπασμα της εισαγωγής, με τον τίτλο «Είμαστε ρεαλιστές, ζητάμε το αδύνατο!».
—
Το «υπερβολικά δυνατό» της κυριαρχίας έφραξε το άνοιγμα προς το αδύνατο.
Ζαν-Λυκ Νανσύ
Το ενδιαφέρον για τα μη ανθρώπινα ζώα αποτελεί μία σταθερά της ανθρώπινης ιστορίας, αρχής γενομένης από το ξεκίνημά της, από τα πρώτα σημάδια που οι πρόγονοί μας, γοητευμένοι και φοβισμένοι από αυτά τα πλάσματα με τις πιο ποικίλες μορφές και συμπεριφορές, χάραξαν στα τοιχώματα των σπηλιών εντός των οποίων κατοικούσαν, εντός των οποίων πραγματοποιούσαν τις τελετές τους, εντός των οποίων άρχισαν να δίνουν ζωή σε ό,τι εδώ και κάποιους αιώνες αποκαλούμε, με αυτάρεσκη έμφαση, ανθρωπότητα. Αν το καλοσκεφτούμε, ό,τι πιστεύουμε πως είναι η ιστορία μας, τόσο από πολιτισμική όσο και από υλική σκοπιά, ούτε που θα μπορούσαμε να το φανταστούμε δίχως τα ζώα: είμαστε ζώα που συνεξελίχτηκαν μαζί με όλα τα άλλα. Δεν θα βρισκόμασταν εδώ που είμαστε, αν δεν τα είχαμε υποβιβάσει στην τάξη των πραγμάτων, των καταναλωτικών αγαθών και της εργατικής δύναμης και αν δεν τα είχαμε φοβηθεί ως θεϊκές μορφές ή αγαπήσει ως συντρόφους. Ποιοι θα ήμασταν, τουλάχιστον στη Δύση, αν δεν είχαμε μοιραστεί για χιλιετίες, στο καλό και στο κακό, τις υπάρξεις μας με τους σκύλους και τις γάτες σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστήσουμε τα ζώα αυτά ανεκτίμητους πρωταγωνιστές του πολιτισμικού και ψυχολογικού φαντασιακού μας; Ποιοι θα ήμασταν, αν δεν είχαμε εξημερώσει τα πιο διαφορετικά είδη ζώων, για να πάρουμε κρέας, γάλα και αυγά; Αν δεν τα είχαμε χρησιμοποιήσει ως μέσα έλξης και μεταφοράς; Αν δεν είχαμε εκθέσει τρωκτικά και πιθήκους στους πιο βάναυσους πόνους, προκειμένου να οικοδομήσουμε μεγάλο μέρος των επιστημονικών γνώσεών μας; Ή άλογα και μουλάρια, για να διεξαγάγουμε με ολοένα μεγαλύτερο μένος τους πολέμους μας; Ή λιοντάρια, τίγρεις και ελέφαντες, για να μεγαλύνουν τα παλάτια και τις κατοικίες των ισχυρών; Αν δεν είχαμε ζωοποιήσει –από τους σκλάβους μέχρι τους μετανάστες– αναρίθμητα πλήθη ανθρώπινων υπάρξεων; Τέλος, ποιοι θα ήμασταν και πού θα βρισκόμασταν, αν δεν είχαμε ξοδέψει τόσο καιρό και τόση ενέργεια, για να κατασκευάσουμε και να καταστήσουμε ηγεμονική μία κοινωνική τάξη ικανή να παγιώσει σε διαχειρίσιμες και ελεγχόμενες θέσεις την αδιάκοπη κίνηση σωμάτων με επιθυμίες, όπως εξάλλου είναι και τα δικά μας; Εντούτοις τα ζώα έχουν απωθηθεί από τον ανθρώπινο ορίζοντα με μία εμμονή και με μία σχολαστικότητα που θα ήταν γελοίες και γκροτέσκες, αν δεν είχαν συμβάλει σημαντικά στην υλοποίηση του πλανητικού τρόμου στον οποίο σήμερα βρισκόμαστε βυθισμένοι μέχρι πνιγμού. Μάλιστα με τον ερχομό της βιομηχανικής και της τεχνικής-επιστημονικής επανάστασης η απώθηση των μη ανθρώπινων και της ζωότητας άγγιξε ανυπέρβλητα ύψη, έτσι ώστε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την πλήρη διαγραφή των ζώων από τη σφαίρα της μνήμης, της ηθικής θεώρησης και της κοινωνικής αναγνώρισης.
Το παρόν βιβλίο προτίθεται να δείξει πώς και πόσο η κοινωνική αρχιτεκτονική μας χρησιμοποίησε το κρέας των μη ανθρώπινων (και όσων εξισώνονται ή εξισώθηκαν με αυτά) ως δομικά υλικά· πώς οι παραμορφωτικοί φακοί με τους οποίους κοιτάζουμε τα ζώα, τη ζωότητα και τα ζωοποιημένα πλήθη δίνουν μορφή και ουσία στον κόσμο εντός του οποίου ζούμε. Υποστηρίζοντας μία ξεκάθαρη θέση: το άδραγμα, η αιχμαλώτιση των ζωικών σωμάτων συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της ιδεολογίας και των πρακτικών κυριαρχίας. Εξού και ο αντιειδισμός θα όφειλε τόσο να υβριδοποιηθεί με τις θεωρητικές κατακτήσεις και τις πολιτικές εμπειρίες απελευθερωτικών κινημάτων του παρελθόντος όσο και να αποκτήσει επαρκή αξιοπιστία, ώστε να μπορέσει να ξεσκεπάσει με εγκυρότητα το μη ειπωμένο ανθρωποκεντρικό (στοιχείο) που εξακολουθεί να φωλιάζει ανενόχλητο σε εκείνες τις κατακτήσεις και σε εκείνες τις εμπειρίες. Και αυτό όχι λόγω κάποιου σκοτεινού συμφέροντος να εμφανιστεί στον χώρο της ριζοσπαστικής πολιτικής ως πιο προωθημένη ιδεολογία ή ως «ενοποιητική θεωρία» της εκμετάλλευσης, αλλά για να υποστηρίξει δίχως περιστροφές και δισταγμούς ότι το σύστημα διαμελισμού όλων των σωμάτων (συμπεριλαμβανόμενων των ανθρώπινων) θα συνεχίσει να βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία όσο θα μεταχειριζόμαστε τα ζώα όπως τα μεταχειριζόμαστε.
Εκκινώντας από την επίγνωση ότι το κοινωνικό οικοδόμημα για το οποίο μιλάμε δεν χρειάζεται κάποιο ευπρεπισμό, αλλά εκ θεμελίων κατεδάφιση, το βιβλίο αυτό, μολονότι δεν έχει την αξίωση της εξαντλητικής πραγμάτευσης του ζητήματος, αποπειράται να υπογραμμίσει τα κομβικά σημεία του, ώστε να το αντιμετωπίσει με τη σοβαρότητα που απαιτείται: προτίθεται να ενισχύσει και να διευρύνει το ζωικό σύμπτωμα που ήδη μας διαπερνά συλλογικά και ατομικά, αναγνωρίζοντας ότι, εξίσου με τα άλλα, και αυτό δεν συνιστά μία ανωμαλία που πρέπει να θεραπευτεί, ώστε να νιώσουμε καλύτερα, αλλά μία διαταραχή για την οποία οφείλουμε να μεριμνήσουμε, προκειμένου να απελευθερώσουμε και να απελευθερωθούμε. Τω όντι από μία πολιτική προοπτική το σύμπτωμα είναι η κατάσταση που διαμορφώνεται σε μία δεδομένη ιστορική στιγμή από τις βαθμίδες δύναμης που χαρακτηρίζουν τη σύγκρουση μεταξύ εξουσίας και αντίστασης. Σε αντίθεση με όσα συχνά λέγονται και με όσα κάποιες φορές, λόγω της απογοήτευσης και της απελπισίας που μας κυριεύουν, τείνουμε να πιστεύουμε, η ανάδυση των συμπτωμάτων είναι ο πλέον επιβεβαιωτικός και επαρκής δείκτης ότι δεν ζούμε στην καθησυχασμένη εποχή που θα ακολουθούσε το τέλος της ιστορίας, ότι η αντίσταση και η αντίθεση στην εξουσία κάθε άλλο παρά αποτελούν μουσειακά ευρήματα ενός καιρού ανεπιστρεπτί κεκοιμημένου. Σήμερα το ζωικό σύμπτωμα είναι ίσως το πιο οφθαλμοφανές σημάδι ότι η αντίσταση στην εξουσία είναι ενεργή. Απέναντι στα ερείπια ενός ανθρωπισμού ενδορρηγμένου υπό το βάρος του άβολου και δυσκίνητου οικουμενισμού του, ο αντιειδισμός αποδεικνύει πως η αντίσταση δεν έχει πλήρως εξημερωθεί και πως ίσως ακριβώς στον ριζοσπαστικό σωματικό υλισμό του κρύβεται ένα από τα τελευταία καταφύγια της ελπίδας. Μιας ελπίδας όχι λιγότερο χαρούμενης από εκείνες που ζωογόνησαν τις επαναστάσεις του παρελθόντος. Επαναστάσεις οι οποίες, ανεξάρτητα από τις επανειλημμένες ήττες τους, δεν σταμάτησαν ποτέ, όπως υπογράμμισε ο Φουκώ, να αφήνουν ανεξίτηλα ίχνη στις υπάρξεις και στα κεφάλια εκείνου που υπήρξε μάρτυρας και εκείνου που εξακολουθεί να καταθέτει τη μαρτυρία του. Επαναστάσεις που με τον τρόπο αυτόν συνεχίζουν να κρατούν ανοιχτή την πόρτα σε μία ιστορική και πολιτική εργασία η οποία, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Μπένγιαμιν, να είναι σε θέση να αναλάβει το καθήκον, θεόρατο και συναρπαστικό συνάμα, να ανασυνθέσει το διαρρηγμένο, να τιμήσει τη μνήμη των δίχως όνομα που αναρίθμητοι –ακόμη και τούτη ακριβώς τη στιγμή– ωθούνται με ρόπαλα και μπαλτάδες πέρα από εκείνο το σαθρό και ασταθές σύνορο που χωρίζει τις ειδεχθείς ζωές από τη θεσμοποιημένη καταδίκη σε θάνατο. Η ανησυχία και η προσδοκία, την ίδια στιγμή τραγικές και απελευθερωτικές, που το ζωικό σύμπτωμα κομίζει εντός του είναι η πλέον εξόφθαλμη απόδειξη πως ένα φάντασμα συνεχίζει να πλανιέται στην ήπειρο του Ανθρώπου. Ενα φάντασμα το οποίο όλοι οι θεσμοί καταδιώκουν και το οποίο έχει ολοένα και περισσότερο άμεση ανάγκη να βρει καταφύγιο, ώστε να μας δώσει καταφύγιο. Ενα φάντασμα το οποίο, με τις φευγαλέες εμφανίσεις του και με την πεισματική επιβίωσή του, μας υπενθυμίζει ότι, για να είμαστε ρεαλιστές, πρέπει να ζητάμε το αδύνατο. Οτι ο ρεαλισμός θα όφειλε να αποβάλει τα ακατέργαστα και αντιδραστικά ρούχα του «υπερβολικά δυνατού», για να ανοιχτεί στο αδύνατο και να ζητήσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, την απελευθέρωση των ζώων.
♦ Ο Μάσιμο Φιλίπι, ο οποίος διδάσκει νευρολογία στο Πανεπιστήμιο «Vita e Salute» του Μιλάνου, θα βρεθεί στην Αθήνα ειδικά για την παρουσίαση του βιβλίου (Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2024, ώρα 13.00, στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει», Ακαδημίας 32, Αθήνα). Για το βιβλίο και για το ζήτημα των ζώων θα μιλήσουν επίσης οι Γεράσιμος Κακολύρης, Γιάννης Κτενάς και Χριστίνα Βασιλοπούλου
