Η δήλωση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στην ΕΡΤ, μετά τη συνάντηση των Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, ότι δόθηκε εντολή από τις ηγεσίες των δύο κρατών να διερευνήσουν «το έδαφος κατά πόσο υπάρχουν οι πρόσφορες συνθήκες για να εκκινήσουν οι συζητήσεις σχετικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ», έχει διττή ανάγνωση. Αφενός, η εντολή για διερεύνηση των «πρόσφορων συνθηκών», μετά από έναν χρόνο ελληνοτουρκικών επαφών και έπειτα από έξι συναντήσεις του Ελληνα πρωθυπουργού και του Τούρκου προέδρου, υποδηλώνει ότι η ελληνοτουρκική προσέγγιση προχωράει μεν, αλλά με αργούς ρυθμούς. Ετσι άλλωστε διατείνονται κυβερνητικές, διπλωματικές και στρατιωτικές πηγές καθ’ όλη τη διάρκεια της ελληνοτουρκικής προσέγγισης. Αφετέρου, το γεγονός ότι από τότε που ξεκίνησε ο ελληνοτουρκικός διάλογος είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίσημη αναφορά στον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών μπορεί να σημαίνει ότι η ελληνοτουρκική προσέγγιση βρίσκεται ήδη σε διαδικασία παραπομπής του ζητήματος οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Αλλωστε στην πολιτική υπάρχουν πράγματα που γίνονται και δεν λέγονται και πράγματα που λέγονται και δεν γίνονται. «Ο ελληνοτουρκικός διάλογος προχωράει αν κρατηθεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας» ήταν το σχόλιο έμπειρου διπλωμάτη τη στιγμή της εκκίνησης νέου γύρου ελληνοτουρκικού διαλόγου μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στο Βίλνιους τον Ιούλιο του 2023. Πράγματι, ο κύκλος των διερευνητικών επαφών την περίοδο 2002-2004, ο οποίος είχε καταλήξει στη σύνταξη προσχεδίου συνυποσχετικού για παραπομπή της διαφοράς της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, έμεινε εκτός δημοσιότητας. Η νέα προσέγγιση που επιχειρούν σήμερα Αθήνα και Αγκυρα ακολουθεί την ίδια πορεία. Για περισσότερο από έναν χρόνο παραμένει άγνωστο το περιεχόμενο της πολιτικής συζήτησης που γίνεται και αφορά την ουσία των ελληνοτουρκικών διαφορών. Το μόνο που είναι γνωστό είναι ότι οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας διατηρούν τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο και συμβάλλουν στην προώθηση της «θετικής ατζέντας». Για την ταμπακιέρα, κουβέντα. Ούτε λόγος για τα χρονικά ορόσημα του ελληνοτουρκικού διαλόγου και τις πιθανές απολήξεις του.
Στην αποκωδικοποίηση των δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών η φράση «κλειδί» για το επόμενο βήμα στα ελληνοτουρκικά είναι οι «πρόσφορες συνθήκες», ενώ το ερώτημα που τίθεται είναι ποιες μπορεί να είναι οι συνθήκες που θα επιταχύνουν τον διάλογο ή θα τον οδηγήσουν στις καλένδες.
Το Κυπριακό
Η συνεργασία στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, η απουσία τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο εδώ και 15 μήνες, η αποφυγή εντάσεων και η μείωση των λεκτικών επιθέσεων από την τουρκική ηγεσία δύσκολα μπορεί να θεωρηθούν ικανές συνθήκες για να υποχωρήσει η διαχρονική καχυποψία και δυσπιστία που υπάρχει στην ελληνική κοινή γνώμη ώστε να προωθηθεί η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Το Κυπριακό ως διεθνές ζήτημα, παρότι δεν αποτελεί τμήμα της ατζέντας του ελληνοτουρκικού διαλόγου, είναι εγγεγραμμένο στην ελληνική συνείδηση ως μείζον εθνικό θέμα. Γι’ αυτόν τον λόγο, μολονότι ο Κ. Μητσοτάκης δεν αντέδρασε στην πρόκληση-έκκληση Ερντογάν από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών προς τη διεθνή κοινότητα για αναγνώριση του ψευδοκράτους, από ανώτατη κυβερνητική πηγή διέρρευσε εσπευσμένα ότι το ζήτημα ετέθη στη συνάντηση με τον Ερντογάν, ο οποίος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο μιας νέας πρωτοβουλίας των Ηνωμένων Εθνών (την ώρα που γράφτηκε αυτό το κείμενο δεν είχε γίνει η ομιλία Μητσοτάκη στη Γ.Σ. του ΟΗΕ). Η ελληνική διπλωματία καταβάλλει προσπάθειες να ξεκινήσει εκ νέου ένας διάλογος για επίλυση στη βάση της δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αναμφισβήτητα ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αποτελούσε «πρόσφορη συνθήκη» για να προχωρήσουν οι δύο πλευρές στην επίλυση του καθορισμού των θαλάσσιων ζωνών, ωστόσο ο Ταγίπ Ερντογάν φρόντισε να την υπονομεύσει από το βήμα της 79η Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συζητά για το Κυπριακό αλλά αποφεύγει να το συσχετίσει με την ελληνοτουρκική προσέγγιση, διαμηνύοντας ότι είναι διεθνές ζήτημα. Η μη ένταξη του Κυπριακού στον ελληνοτουρκικό διάλογο είχε οδηγήσει τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1988 να δηλώσει στη Βουλή mea culpa, όταν κατηγορήθηκε από την αντιπολίτευση και τον Τύπο ότι άφησε έξω από τη Συμφωνία του Νταβός το κυπριακό ζήτημα.
